lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υπόθεση

Λεξικό: αγγλικά υπόθεση
Μεταφράσεις: affair, intrigue, scam, scandal, bargain, business, deal, interest, job, shop, trade, accident, case, chance, coincidence, haphazard, hazard, instance, random, assumption, conjecture, guess, presumption, supposition, surmise, chose, ding, face, gear, item, matter, object, requisite, save-all, stuff, thing, action, behalf, cause, concern, emprise, errand, issue, minor, point, sake, task
υπόθεση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aféra, obchod, ostuda, pohoršení, skandál, věc, záležitost, krám, kšeft, práce, prodejna, prospěch, úrok, zájem, zajímavost, zaměstnání, zisk, havárie, možnost, naděje, náhoda, náhodný, nehoda, neštěstí, okolnost, pád, porucha, pře, příležitost, případ, proces, riziko, šance, štěstí, dohad, domnění, domněnka, domýšlivost, hádání, hypotéza, podezření, předpoklad, presumpce, tušení, cíl, důvod, objekt, otázka, předmět, účel, akce, bod, boj, část, čin, činnost, děj, jednání, konání, látka, místo, námět, příčina, problém, působení, stupeň, tečka, téma, účinek, událost, úloha, vliv, žaloba
υπόθεση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: affäre, geschäft, liebesaffäre, sache, skandal, arbeit, aufgabe, belang, beruf, beschäftigung, handel, interesse, job, laden, schnäppchen, zins, fall, vorführung, zufahrtsstraße, zufall, annahme, hypothese, mutmaßung, vermutung, voraussetzung, zulassen, angelegenheit, ding, gegenstand, objekt, zweck, akt, aktion, anliegen, geschichte, handlung, kram, problem, tat, wirkung
υπόθεση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: affære, forretning, sag, skandale, ærende, anliggende, arbejd, arbejde, bedrift, butik, handel, interesse, job, opgave, rente, sak, anledning, chance, held, helle, kasus, lejlighed, lykke, slump, tilfælde, uheld, ulykke, ulykkestilfælde, formodning, hypotese, tro, objekt, subjekt, ting, tingest, aktion, årsag, grund, handling, mål, prik, punkt
υπόθεση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asunto, caso, empanada, escándalo, negocio, cosa, interés, ocupación, quehacer, tarea, tienda, trabajo, acaso, aventura, azar, casualidad, fortuna, incidental, incidente, ocurrencia, conjetura, hipótesis, presunción, presupuesto, suposición, cuestión, objeto, acción, causa, demanda, hecho
υπόθεση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affaire, aventure, scandale, boutique, business, fonds, intérêt, négoce, travail, accident, aléa, cas, chance, fortune, hasard, incident, occasion, occurrence, rencontre, saisir, conjecture, hypothèse, présomption, présupposition, soupçon, supposition, à-propos, cassure, cause, chose, en-cas, épave, fait, machin, objet, perruquerie, prêté, question, rengaine, trouvaille, zeste, action, point, problème, sujet
υπόθεση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affare, caso, faccenda, fatto, scandalo, bottega, frutto, impresa, interessamento, interesse, lavoro, mansione, negozio, accidente, azzardo, casualità, combinazione, fortuna, incidente, infortunio, occasione, opportunità, probabilità, rischio, ventura, congettura, ipotesi, presunzione, supposizione, altro, arnese, articolo, cosa, coso, oggetto, schianto, azione, cagione, causa, commissione, effetto, materia, problema, punto, quesito, questione, ragione
υπόθεση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forretning, skandale, ærende, affære, anliggende, arbeid, bedrift, butikk, handel, interesse, rente, sak, anledning, hell, hendelse, kasus, leilighet, lykke, slump, tilfeldighet, tilfelle, ulykke, anta, formodning, forutsetning, gjetning, hypotese, mena, tro, føremål, gjenstand, greie, objekt, subjekt, ting, tingest, ærend, årsak, gærning, gjøremål, handling, mål, poeng, punkt
υπόθεση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: афера, интрига, дело, интерес, работа, казус, падеж, случай, догадка, предположение, соображение, вещь, предмет, действие, задача, истечение, поступок
υπόθεση στα ρωσικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: skandaal, afäär, amet, huvi, intress, töö, hüpotees, asi, ese, küsimus, tegu
υπόθεση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asia, kysymys, seikka, etu, intressi, kauppa, liikeasia, myymälä, puoti, pyyde, toimi, työ, sija, tapaus, arvailu, arvelu, luulo, esine, kalu, kapine, kappale, homma, teko, toiminta, vaikutus
υπόθεση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: afera, posao, skandal, stvar, biznis, interes, kamata, radnja, zanimanje, slučajno, predmet, akcija
υπόθεση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: botrány, dolog, érdek, ügy, ügylet, üzlet, kockázat, véletlen, feltételezés, vélelem, kérdés, cselekmény, részvény
υπόθεση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: istorija, paskalos, darbas, palūkanos, profesija, tarnyba, užduotis, atvejis, byla, daiktas, dalykas, objektas, papildinys, reikalas, veiksmas
υπόθεση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assunto, caso, coisa, escândalo, negocio, negócio, questão, armazém, integres, interesse, juro, loja, quedar, tarefa, trabalho, venda, acaso, aventura, azar, evento, fortuna, incidência, incidental, lance, sucedido, vez, hipótese, suposição, artigo, cestito, complemento, cosa, objecto, acabo, acção, causa, demanda
υπόθεση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: afacere, chestiune, magazin, caz, lucru, obiectiv, acţiune, problemă
υπόθεση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: aféra, záujem
υπόθεση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: afera, interes, przypadek, przypuszczenie, rzecz, sprawa
υπόθεση στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: affär, angelägenhet, ärende, bedrift, intresse, ränta, händelse, kasus, olycka, olyckshändelse, slump, tillfällighet, anta, antagande, förmoda, förmodan, mena, tro, föremål, sak, subjekt, ting, gärning, mål
υπόθεση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: interes, gjë, veprim
υπόθεση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: дело, лихва, магазин, работа, сделка, търговия, падеж, случай, догадка, задача, повод
υπόθεση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: інтарэс, крама, лава, увага, выпадак, здарэнне, нагода, прычына, дапушчэнне, здагадка, меркаванне
υπόθεση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: služba, trgovina, primer, objekt, stvar
υπόθεση στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: антрепренерство, бізнес, викласти, випадок, відмовитися, відмовлятися, відсоток, відступати, відступити, відступіть, впасти, гра, дичина, діло, діловий, діяльність, заняття, зареєструвати, заручення, застелити, зацікавлення, інтерес, картотека, класти, концерн, коробка, крамниця, кубло, нагода, накривати, накрити, напилок, операція, падати, папка, партія, підприємливість, підприємство, підтримка, підшивка, повернути, повертати, подія, покладати, покласти, положення, положити, постелити, предмет, пригода, процентний, реєструвати, річ, скриня, смак, справа, справу, стелити, тека, угода, упасти, файл, футляр, чохол, авантюра, випадковість, доля, інцидент, несподіванка, обставина, поширення, случай, удача, щастя, явище, висновок, гадка, гадку, дозволений, дозволити, дозволяти, допущення, здавати, міркування, нехай, презумпція, припущення, присвоєння, роздум, роздумування, спекуляція, умовивід, хай, бізнесовий, ведення, задача, шеренга
υπόθεση στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

υπόθεση ντρέιφους, υπόθεση αλεξ, υπόθεση μέρτεν, υπόθεση ασπιδα, υπόθεση μάριου παπαγεωργίου, υπόθεση δουρή, υπόθεση οτσαλάν, υπόθεση λαμπράκη, υπόθεση μαρσελίνο, υπόθεση του riemann