lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υποχρεώνω

Λεξικό: αγγλικά υποχρεώνω
Μεταφράσεις: coerce, compel, constrain, force, impel, make, necessitate, oblige, sandbag
υποχρεώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: donucovat, donutit, nutit, pobídnout, popohnat, překroutit, přimět, přinutit, tísnit, tlačit, urychlit, uspíšit, vnucovat, vnutit, vynutit, vypáčit, vyžadovat, zavázat, zavazovat, zrychlit
υποχρεώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: antreiben, nötigen, zwingen
υποχρεώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: drive, påtvinge, tvinge
υποχρεώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: compeler, empeñar, forzar, necesitar, obligar, precisar, violentar
υποχρεώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: astreindre, contraindre, forcer, nécessiter, obliger, presser
υποχρεώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: costringere, forzare, obbligare, pigiare, sforzarsi
υποχρεώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: drive, påtvinge, tvinga, tvinge
υποχρεώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вынуждать, заставлять, обязывать, принуждать
υποχρεώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tvinga
υποχρεώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: detyroj
υποχρεώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вымушаць, змушаць, прымушаць
υποχρεώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pakottaa
υποχρεώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prisiliti
υποχρεώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kényszerít, kényszeríteni
υποχρεώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abrigar, constranger, ditar, forçar, impar, impor, necessitar, obrigar
υποχρεώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: зменшити, зменшувати, змусити, змусьте, змушувати, обмежити, обмежувати, перешкоджати, перешкодити, підкорити, підкорювати, підкоряти, погрозіть, понижати, понизити, потрясіть, примусити, примусьте, примушувати, присилувати, розтрощити, силувати, скоротити, скорочувати, спонукайте, спонукати, стримати, стримувати, трощити
υποχρεώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zmuszać
υποχρεώνω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

υποχρεώνω συνώνυμο, υποχρεώνω αντώνυμο, υποχρεώνω συνώνυμα, υποχρεώνω μετάφραση, υποχρεώνω αγγλικα