lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υποχρεωτικός

Λεξικό: αγγλικά υποχρεωτικός
Μεταφράσεις: compulsory, duteous, dutiful, mandatory, obligatory, coercive, compulsive, emergency, enforced, forced, forcible, obligate
υποχρεωτικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: povinný, závazný
υποχρεωτικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: obligatorisch, pflichtbewusst, verbindlich, zwanghaft
υποχρεωτικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: obligatorisk, tvungen
υποχρεωτικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asiduo, obligatorio, rigor, forzoso
υποχρεωτικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: imposé, obligatoire
υποχρεωτικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: obbligatorio, coatto
υποχρεωτικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: obligatorisk, pliktoppfyllende, tvungen
υποχρεωτικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: обязателен, обязательный, принудительный, принудителен
υποχρεωτικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: obligatorisk, plikttrogen, tvungen
υποχρεωτικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абавязковы, прымусовы
υποχρεωτικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kohustuslik
υποχρεωτικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pakollinen
υποχρεωτικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: obavezan
υποχρεωτικός στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: complemento, compulsório, obrigado
υποχρεωτικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: obvezen
υποχρεωτικός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: межа, необхідний, обмеження, обмежити, обмежувати, примусовий, стрибати, стрибнути, стрибок, суворий, точний, насильницький
υποχρεωτικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obowiązkowy, przymusowy
υποχρεωτικός στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kényszer
υποχρεωτικός στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

υποχρεωτικός εμβολιασμός, υποχρεωτικός αντιθετο, υποχρεωτικός στα αγγλικά, υποχρεωτικόσ ακάλυπτοσ χώροσ, υποχρεωτικόσ ο κλειδάριθμοσ, υποχρεωτικός εξοπλισμός σκάφους, υποχρεωτικός εκκλησιασμός, υποχρεωτικός ο τεχνικός ασφαλείας, υποχρεωτικός εμβολιασμός παιδιών, υποχρεωτικός έλεγχος από ορκωτούς