lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υποτάσσω

Λεξικό: αγγλικά υποτάσσω
Μεταφράσεις: chastise, overpower, subdue, tame, enchain, enslave, subjugate, yoke
υποτάσσω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: krotit, potlačit, zkrotit, podmanit, podrobit, ujařmit, zotročit
υποτάσσω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bändigen, zähmen, überwältigen, unterjochen, unterwerfen, versklaven
υποτάσσω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adiestrar, domar, sojuzgar, avasallar, desbravar, encadenar, esclavizar, rendir, someter, subyugar, sujetar
υποτάσσω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: comprimer, dompter, dresser, gourmander, asservir, assujettir, subjuguer, enchaîner, soumettre
υποτάσσω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: domare, assoggettare, soggiogare, sottomettere, addomesticare
υποτάσσω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: tukte, trellbinde, underkue, underkuva
υποτάσσω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: укрощать, усмирять, порабощать, поработить
υποτάσσω στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lannistaa, kukistaa, orjuuttaa
υποτάσσω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megszelídíteni, iga
υποτάσσω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amansar, domar, educar, ensinar, avacalhar, sujeitar, escravizar
υποτάσσω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: poskramiać, ujarzmiać, ujarzmić
υποτάσσω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: занявольваць, прыгнятаць
υποτάσσω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: захопіть, поневолити, поневольте, поневолювати, скуйте, уярмити, уярмлювати
υποτάσσω στα ουκρανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: underkue
υποτάσσω στα δανική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: underkuva
υποτάσσω στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

προτείνω συνωνυμα, προτείνω συνώνυμο, υποτάσσω συνωνυμα