lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υποπτεύομαι

Λεξικό: αγγλικά υποπτεύομαι
Μεταφράσεις: mistrust, shadiness, surmise, suspect, suss, impute, allege, assume, believe, calculate, conjecture, expect, guess, imagine, presume, reckon, suppose
υποπτεύομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: podezírat, podezřívat, tušit, dovolit, předpokládat, předvídat, přijmout, připouštět, připustit
υποπτεύομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: verdächtigen, annehmen, mutmaßen, vermuten, voraussetzen
υποπτεύομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ane, mistænk, mistro, antage, formode, tro
υποπτεύομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: recelar, sospechar, procesar, conjeturar, creer, presumir, suponer
υποπτεύομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: incriminer, soupçonner, suspecter, admettre, conjecturer, préjuger, présumer, suppose, supposer
υποπτεύομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: insospettire, sospettare, ammettere, assumere, immaginare, ipotizzare, presumere, presupporre, supporre
υποπτεύομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ane, misstro, mistenk, mistenke, anta, formode, forutsette, gjette, tenke, tro
υποπτεύομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: заподозрить, подозревать, судить, думать, загадывать, подпускать, полагать, предполагать
υποπτεύομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: misstänka, misstro, anta, formade, förmoda, tro
υποπτεύομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: epäillä, arvata, edellyttää, otaksua
υποπτεύομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gyanakodni, gyanakszik, meggyanúsítani, gyanúsítani, vádolni, beengedni
υποπτεύομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: suspeitar, conjecturar, presumir, supor
υποπτεύομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: neîncredere
υποπτεύομαι στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: podejrzewać, posądzać, przypuszczać
υποπτεύομαι στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: думаць, лічыць, меркаваць, рабіць
υποπτεύομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вважати, включати, включити, включіть, втягати, втягнути, гадати, допускайте, допускати, допустити, думайте, думати, запропонувати, запропонуйте, зрозумійте, зрозуміти, мислити, міркувати, набирати, натякати, натякнути, обдумайте, обдумувати, обміркувати, перед-думати, підраховувати, підрахувати, підрахуйте, подумати, поміркувати, припускати, припустити, припустіть, пропонувати, рахувати, розуміти, спричинити, спричиняти, уявити, уявляти
υποπτεύομαι στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

υποπτεύομαι συνώνυμο