lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υποθέτω

Λεξικό: αγγλικά υποθέτω
Μεταφράσεις: divine, guess, suppose, surmise, assume, garnish, trim, accede, accent, accept, acclaim, admit, admitted, admitting, adopt, affiliate, embrace, engage, entertain, presume, presuppose, receive, retain, take, treat, allege, believe, calculate, conjecture, expect, imagine, reckon, suspect
υποθέτω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hádat, předpokládat, předpovídat, předvídat, tušit, uhádnout, vytušit, vyparádit, adoptovat, akceptovat, dostat, dostávat, dovolit, dovolovat, hostit, najímat, najmout, obdržet, osvojit, pohostit, pozdravit, převzít, přijímat, přijmout, připouštět, připustit, přivítat, souhlasit, uvítat, uznat, získat, podezírat, podezřívat
υποθέτω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ahnen, mutmaßen, vermuten, voraussetzen, annehmen, anzusteigen, garnieren, steigen, zunehmen, adoptieren, akzeptieren, aufnehmen, bekommen, einlassen, einnehmen, einstellen, empfangen, entgegennehmen, erhalten, hinnehmen, nehmen, zugeben, zulassen, zustimmen, verdächtigen
υποθέτω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ane, antage, formode, gætte, stige, vota, få, godtage, modtage, tro
υποθέτω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adivinar, conjeturar, sobrentender, suponer, guarnecer, aceptar, acoger, admitir, adoptar, afiliar, ahijar, aprobar, consumir, percibir, prohijar, recibir, reconocer, creer, presumir, sospechar
υποθέτω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: conjecturer, deviner, pressentir, supposer, attifer, accepter, acclimater, accueillir, admettre, adopter, agréer, festoyer, hospitaliser, préconcevoir, réceptionner, recevoir, recueillir, reprendre, préjuger, présumer, soupçonner, suppose
υποθέτω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ipotizzare, presupporre, supporre, assumere, accettare, accogliere, adottare, ammettere, concedere, gradire, ospitare, ricevere, ritirare, varare, immaginare, presumere, sospettare
υποθέτω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ane, formode, gjette, pynte, stige, tilta, væta, anta, få, godlaga, godta, motta, oppta, påta, utse, forutsette, tenke, tro
υποθέτω στα νορβηγικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arvata, edellyttää, olettaa, hyväksyä, kohdella, omaksua, ottaa, saada, suostua, vastaanottaa, epäillä, otaksua
υποθέτω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adivinhar, conjecturar, sopor, supor, guarnecer, aceitar, acolher, admitir, adoptar, captar, concordar, receber, recobrir, topar, presumir, suspeitar
υποθέτω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: domyślać, przybierać, przyjmować, przypuszczać
υποθέτω στα πολωνική »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: увеличивать, получать, принимать, соглашать, думать, загадывать, подпускать, полагать, предполагать
υποθέτω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tillta, växa, acceptera, adoptera, anamma, anta, antaga, bemöta, erhålla, erkänna, få, godta, godtaga, instämma, känslighet, motta, mottaga, ponera, utse, utvälja, formade, förmoda, tro
υποθέτω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: marr, pranoj
υποθέτω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: атрымлiваць, атрымоўваць, браць, лічыць, прыймаць, думаць, меркаваць, рабіць
υποθέτω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: aktsepteerima
υποθέτω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dopustiti, posvojiti, prihvatiti, primiti
υποθέτω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: átvenni, átvesz, befogad, elfogad, elfogadni, elvállal, felvesz, szerződtet, beengedni
υποθέτω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gauti
υποθέτω στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: primi, recunoaşte
υποθέτω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: priznati, sprejeti
υποθέτω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акцептувати, бачити, вважати, визнавати, визнайте, визнати, впускати, дивитися, дивіться, допускати, допустити, доставити, доставляти, доставте, завдавати, завдати, засвоїти, засвоювати, набирати, набрати, набувайте, одержати, одержувати, отримайте, отримати, отримувати, побачити, поставити, постачати, поступатися, пригостити, пригощати, приймати, прийміть, прийняти, припускати, припустити, промовити, промовляти, розважати, розважити, розважте, удочерити, усиновити, включати, включити, включіть, втягати, втягнути, гадати, допускайте, думайте, думати, запропонувати, запропонуйте, зрозумійте, зрозуміти, мислити, міркувати, натякати, натякнути, обдумайте, обдумувати, обміркувати, перед-думати, підраховувати, підрахувати, підрахуйте, подумати, поміркувати, припустіть, пропонувати, рахувати, розуміти, спричинити, спричиняти, уявити, уявляти
υποθέτω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

υποθέτω συνώνυμα, υποθέτω english, υποθέτω ορισμός