lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υποβοηθώ

Λεξικό: αγγλικά υποβοηθώ
Μεταφράσεις: abet, aid, assist, avail, benefit, bestead, cooperate, co-operate, help, support
υποβοηθώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: asistovat, napomáhat, podporovat, pomáhat, pomoci, přispět
υποβοηθώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: assistieren, beistehen, helfen, mitwirken, nachhelfen
υποβοηθώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bistå, hjælpe, hjerpe, monne
υποβοηθώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acorrer, asistir, auxiliar, ayudar, socorrer
υποβοηθώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aider, assister, raider, seconder, secourir
υποβοηθώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aiutare, assecondare, assistere, favorire, sorreggere, sovvenire
υποβοηθώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bistå, hjelpe, monne
υποβοηθώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выручать, помогать
υποβοηθώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: assistera, bistå, biträda, hjälp, hjälpa, medhjälpare
υποβοηθώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndihmoj
υποβοηθώ στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: помагам
υποβοηθώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дапамагаць, памагаць
υποβοηθώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: abistama, aitama
υποβοηθώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: avustaa
υποβοηθώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pomoći
υποβοηθώ στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pagelbėti
υποβοηθώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ajudar, amparar, assistir, auxiliar, socorrer
υποβοηθώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ajuta
υποβοηθώ στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: pomagati
υποβοηθώ στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ведмідь, висувати, висунути, витримати, витримувати, додатковий, допомагати, допомогти, допоможіть, другий, другорядний, заохотити, заохочувати, нести, носити, опора, перенести, переносити, підвищити, підкріпити, підкріпляти, підпора, підставка, підтримати, підтримка, підтримувати, повторний, по-друге, помагати, посприяти, родити, секунда, спекулянт, сприяти, стимулювати, уродити
υποβοηθώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pomagać
υποβοηθώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

υποβοηθώ συνώνυμα