lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υπερβολικός

Λεξικό: αγγλικά υπερβολικός
Μεταφράσεις: abundant, excess, excessive, exorbitant, extravagant, immoderate, injudicious, inordinate, intolerable, overabundant, overemphasized, redundant, unconscionable, undue, unreasonable
υπερβολικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: krajnost, nadbytečný, nadbytek, nadměrný, nadnormativní, nemírnost, nemírný, přebytečný, přebytek, přehnaný, přílišný, výstřelek, zbytečný
υπερβολικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: übermäßig
υπερβολικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: overdådig, ublu
υπερβολικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: corrido, demasiado, descomedido, desmedido, desmesurado, excedente, excesivo, exceso, exorbitante, extremo, redundante, sobrante
υπερβολικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: débordant, démesuré, excédant, excédentaire, excès, excessif, exorbitant, superfétatoire, superflu, surabondant
υπερβολικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: eccessivo, smodato, superfluo
υπερβολικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: overdådig, ublu
υπερβολικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: непомерен, непомерный, чрезмерен, чрезмерный
υπερβολικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hejdlös, omåttlig, orimlig, oskälig, överflödig, överskott
υπερβολικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: празмерны
υπερβολικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hillitön, kohtuuton, liiallinen, ylenmääräinen
υπερβολικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szertelen, túlságos
υπερβολικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desaforado, descomedido, desmedido, desmesurado, exagerado, excedente, exorbitante, redundante, sobrante
υπερβολικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безглуздий, безсовісний, високий, екстравагантний, жорсткий, марнотратний, мучення, надмірний, невимірний, негнучкий, непомірний, непрострочений, нерозсудливий, несвоєчасний, тугий, химерний
υπερβολικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nadmierny
υπερβολικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

υπερβολικός σίδηρος, υπερβολικός ιδρώτας, υπερβολικός ύπνος, υπερβολικός συνώνυμα, υπερβολικός αντίθετο, υπερβολικός στα αγγλικά, υπερβολικός συνώνυμο, υπερβολικόσ πρηνισμόσ, υπερβολικός λογαριασμός δεη, υπερβολικός μετάφραση