lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υπερβάλλω

Λεξικό: αγγλικά υπερβάλλω
Μεταφράσεις: aggrandize, exaggerate, overdo, overdone, overprize, overrate, overstate, replant, scale, transplant, decide, magnify
υπερβάλλω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nadsadit, nadsazovat, přehánět, přehnat, přenést, přesadit, přesazovat, zveličit, zveličovat, přimět, rozhodnout, rozhodovat
υπερβάλλω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: übertreiben, umsetzen, versetzen, bestimmen, entscheiden, im, vergrößern
υπερβάλλω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: overdrive, afgøre, beslutte, bestemme
υπερβάλλω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: atropellar, desplantar, encarecer, engrandecer, exagerar, decidir, decidirse, determinar, prejuzgar, abultar, inflar
υπερβάλλω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attiger, déplanter, exagérer, outrer, raffiner, rencaisser, replanter, transplanter, décider, préjuger
υπερβάλλω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbondare, esagerare, trapiantare, decidere, deliberare, risolvere, ingigantire
υπερβάλλω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: overdrive, skarva, bestemme
υπερβάλλω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: перебарщивать, пересаживать, преувеличивать, утрировать, предопределять, предрешать, решать
υπερβάλλω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: omplantera, överdriva, skarva
υπερβάλλω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: перабольшваць, перавялічваць
υπερβάλλω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: koulia, määrätä, päättää
υπερβάλλω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: encarecer, engrandecer, exagerar, decidir, deliberar, determinar, dirimir, resolver
υπερβάλλω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гора, драматизуйте, збільшити, збільшувати, перебільшити, перебільште, перебільшувати, переважати, переважити, перевантажте, перевершити, перевершувати, перевищити, перевищувати, пересаджувати, перестарайтеся, підвищити, підвищтеся, підвищувати, розширити, розширтеся, розширювати, роман, романс, романтика, гірський
υπερβάλλω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przesadzać, wyolbrzymiać
υπερβάλλω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

υπερβάλλω αγγλικα, υπερβάλλω εαυτόν, υπερβάλλω χρονικη αντικατασταση, υπερβάλλω συνωνυμα, επιβάλλω in english, υπερβάλλω ή υπερβάλλω, υπερβάλλω στα αγγλικά, υπερβάλλω συνωνυμο, προβάλλω ετυμολογία, προβάλλω αοριστος