lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υπερασπίζω

Λεξικό: αγγλικά υπερασπίζω
Μεταφράσεις: advocate, assert, defend, fend, justify, plead, pleaded, protect, save, vindicate, ward
υπερασπίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bránit, chránit, hájit, krýt, obhajovat, ochránit, ochraňovat, opatrování, zachovat
υπερασπίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: behüten, beschirmen, beschützen, schützen, verteidigen
υπερασπίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beskytte, forsvare, frede, vege
υπερασπίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abogar, amparar, defender, patrocinar, proteger, resguardar
υπερασπίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: défendre, plaider, protéger, revancher, sauvegarder
υπερασπίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: difendere, parare, proteggere, riparare, tutelare, laurearsi
υπερασπίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beskytte, forfekte, forsvare, frede, verge, verne
υπερασπίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: защищать, отстаивать, защитить, оборонить, отстоять
υπερασπίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: edfästa, försvara, värja, värna, verde
υπερασπίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mbroj, ruaj
υπερασπίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абараняць, засцерагаць
υπερασπίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kaitsma
υπερασπίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: suojella
υπερασπίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: védeni, megvéd
υπερασπίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ginti
υπερασπίζω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amparar, defender, guardar, patrocinar, preservar, proteger, resguardar, salvaguardar
υπερασπίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: salva
υπερασπίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виправдується, відстоювати, відстояти, затверджувати, затвердити, захистити, захиститися, захистіть, захистіться, захищати, захищатися, заявити, заявіть, заявляти, оберігати, обстоювати, охороняти, перестережіть, підтримайте, підтримати, підтримувати, посилатися, просити, прохати, стверджувати, сядьте, твердити, утверджувати
υπερασπίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bronić, obronić
υπερασπίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

υπερασπίζω ή υπερασπίζομαι, υπερασπίζω συνώνυμα