lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υπαινιγμός

Λεξικό: αγγλικά υπαινιγμός
Μεταφράσεις: allusion, falter, hint, hinting, inkling, innuendo, intimation, tip, dig, kicker, clue, cue, direction, guide, guideline, hand, indicating, indication, indicator, needle, point-duly, pointer, suggestion
υπαινιγμός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: narážka, náznak, hradlo, hrot, indikace, jehla, jehlice, nápověda, naznačení, označení, oznámení, pokyn, rada, směrnice, špička, střelka, údaj, ukazatel, vyhláška, znamení, známka, zpráva
υπαινιγμός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: andeutung, anspielung, stichelei, stich, anweisung, hinweis, weisung, wink, zeiger
υπαινιγμός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: antydning, hentydning, hint, vink, ymt, anvisning, henvisning, kanyle, nål, tips, viser
υπαινιγμός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alusión, indirecta, insinuación, aguja, asomo, indicación, saeta
υπαινιγμός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: allusion, personnalité, aiguille, avis, camp, gouverne, indication, indice, renseignement, spot
υπαινιγμός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accenno, cenno, riferimento, ago, guglia, indicazione, indizio, lancetta, puntina, suggerimento
υπαινιγμός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: antydning, hentydning, hint, vink, ymt, anvisning, henvisning, indikasjon, nål, tips, viser
υπαινιγμός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аллюзия, намек, намёк, упоминание, колкость, ориентир, стрелка, указание
υπαινιγμός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: allusion, anspelning, antydning, häntydning, syftning, vink, tips, visare
υπαινιγμός στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: намек, стрелка, указание
υπαινιγμός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: célzás, utalás, csípős, feltüntetés, mutató, tipp
υπαινιγμός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alusiva, indirecta, insinuaria, agua, baeta, flecha, indicação, prescritivo
υπαινιγμός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aluzie
υπαινιγμός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вітер, завести, заводити, згадка, натяк, натякання, обертон, особливість, пропозиція, брифінг, вказівка, вказівку, вказування, вручати, вручити, директива, дирекція, жаба, зазначення, застереження, застережіть, знак, індекс, індикатор, індикація, інструкція, керівництво, напрям, напрямок, ознака, передати, півень, подати, позначення, покажчик, показ, показник, призначення, розпорядження, рука, ручний, синус, спіраль, стріла, стрілка, указівка, указівку
υπαινιγμός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: aluzja, napomknienie, przymówka, przytyk, wskazówka
υπαινιγμός στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nagovijestiti
υπαινιγμός στα κροατικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: голка, зазначанне, называнне, паказванне, стрэлка
υπαινιγμός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ilmoitus, osoitin
υπαινιγμός στα φινλανδικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: tip
υπαινιγμός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

υπαινιγμός ετυμολογία, υπαινιγμός λεξικο, δηκτικός υπαινιγμός