lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: υπαγορεύω

Λεξικό: αγγλικά υπαγορεύω
Μεταφράσεις: dictate, tell, appoint, direct, enjoin, prescribe, require
υπαγορεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: diktovat, nadiktovat, nařídit, předpisovat, nakázat, naordinovat, poručit, předepsat, přikázat, přikazovat, rozkázat, stanovit, uložit
υπαγορεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: diktieren, anordnen, anweisen, befehlen, gebieten, verordnen, vorschreiben
υπαγορεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: diktere, befale
υπαγορεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dictar, decretar, imponer, mandar, ordenar
υπαγορεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: dicter, commander, enjoindre, ordonnancer, ordonner, statuer
υπαγορεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dettare, comandare, decretare, ingiungere, ordinare, prescrivere
υπαγορεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: diktere, befale
υπαγορεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: диктовать, заповедовать, повелевать, приказывать
υπαγορεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дыктаваць
υπαγορεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: dikteerima
υπαγορεύω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sanella, johtaa, käskeä, komentaa, määrätä, säätää, tilata
υπαγορεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: diktuoti, vadovauti
υπαγορεύω στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: диктувати
υπαγορεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dyktować, nakazywać
υπαγορεύω στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elrendel, elrendelni, meghagyni, megparancsolni
υπαγορεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: decretar, encomendar, mandar, ordenar, pedir, prescrever, reservar
υπαγορεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: comanda
υπαγορεύω στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

απαγορεύω συνώνυμο, υπαγορεύω συνώνυμα, απαγορεύω english, απαγορευω αγγλικα