lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τόκος

Λεξικό: αγγλικά τόκος
Μεταφράσεις: affair, bargain, business, deal, interest, job, shop, trade, avocation, concern, hobby, take-up, zest
τόκος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aféra, krám, kšeft, obchod, práce, prodejna, prospěch, úrok, věc, zájem, zajímavost, záležitost, zaměstnání, zisk, zainteresovanost
τόκος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: affäre, arbeit, aufgabe, belang, beruf, beschäftigung, geschäft, handel, interesse, job, laden, sache, schnäppchen, zins, verzinsung, anteilnahme
τόκος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ærende, affære, anliggende, arbejd, arbejde, bedrift, butik, forretning, handel, interesse, job, opgave, rente, sag, sak, hobby
τόκος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asunto, caso, cosa, interés, negocio, ocupación, quehacer, tarea, tienda, trabajo
τόκος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affaire, boutique, business, fonds, intérêt, négoce, travail, pourcentage, rapport, intéressement
τόκος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affare, bottega, caso, faccenda, fatto, frutto, impresa, interessamento, interesse, lavoro, mansione, negozio
τόκος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ærende, affære, anliggende, arbeid, bedrift, butikk, forretning, handel, interesse, rente, sak, etterspørsel, hobby
τόκος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дело, интерес, работа, процент, заинтересованность
τόκος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: affär, angelägenhet, ärende, bedrift, intresse, ränta, hobby
τόκος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: interes
τόκος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: дело, лихва, магазин, работа, сделка, търговия
τόκος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: інтарэс, крама, лава, увага
τόκος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: afäär, amet, huvi, intress, töö
τόκος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asia, etu, intressi, kauppa, liikeasia, myymälä, puoti, pyyde, seikka, toimi, työ, korko
τόκος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: afera, biznis, interes, kamata, posao, radnja, stvar, zanimanje
τόκος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dolog, érdek, ügy, ügylet, üzlet, érdeklődés
τόκος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: darbas, istorija, palūkanos, profesija, tarnyba, užduotis
τόκος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: armazém, assunto, caso, coisa, integres, interesse, juro, loja, negocio, negócio, quedar, tarefa, trabalho, venda, juros, renda
τόκος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: afacere, chestiune, magazin
τόκος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: služba, trgovina
τόκος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: záujem
τόκος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: антрепренерство, бізнес, викласти, випадок, відмовитися, відмовлятися, відсоток, відступати, відступити, відступіть, впасти, гра, дичина, діло, діловий, діяльність, заняття, зареєструвати, заручення, застелити, зацікавлення, інтерес, картотека, класти, концерн, коробка, крамниця, кубло, нагода, накривати, накрити, напилок, операція, падати, папка, партія, підприємливість, підприємство, підтримка, підшивка, повернути, повертати, подія, покладати, покласти, положення, положити, постелити, предмет, пригода, процентний, реєструвати, річ, скриня, смак, справа, справу, стелити, тека, угода, упасти, файл, футляр, чохол
τόκος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: interes, oprocentowanie, zainteresowanie
τόκος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

τόκος υπερημερίας, τόκος επιδικίας, τόκος επιτόκιο, τόκος υπερημερίας 2014, τόκος δημοσίου, τόκος υπερημερίας τι είναι, τόκος υπερημερίας δημοσίου 6, τόκος ορισμός, τόκος υπερημερίας σήμερα, τόκος καταθέσεων