lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τωρινός

Λεξικό: αγγλικά τωρινός
Μεταφράσεις: current, effective, live, present, reigning, timely, topical, up-to-date, assist, attend, attendant, attending, preset, actual, coeval, contemporary, latter-day, modern, present-day
τωρινός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aktuální, časový, dar, dnešní, dosavadní, nynější, přítomnost, přítomný, skutečný, současný, pomocník, moderní, novodobý, novověký, současník, vrstevník
τωρινός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aktuell, gängig, gegenwärtig, geläufig, jeweilig, momentan, zeitgemäß, anwesend, anwesender, beiwohnen, jetzig, gleichzeitig, modern, zeitgenössisch
τωρινός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gangbar, gave, nutid, nuværende, præsens, present, nærværende, tilstede, tilstedeværende, moderne, samtidig
τωρινός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: actual, presente, asistente, regalo, coetáneo, contemporáneo, moderno
τωρινός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: actuel, présent, assistant, contemporain, moderne
τωρινός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: attuale, presente, coetaneo, contemporaneo, moderno
τωρινός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aktuell, gangbar, inneværende, nåværende, presang, presens, present, nærværende, tilstede, tilstedeværende, moderne, nåtidig, nytida, samtida, samtidig
τωρινός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: актуален, актуальный, злободневный, наличный, настоящий, нынешний, присутствующий, современник, современный
τωρινός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aktuell, gåva, nuvarande, presens, present, befintlig, förevarande, gällande, närvarande, nutida, samtida, samtidig, sentida
τωρινός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: актуальны, прысутны, сучасны
τωρινός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vool, kaasaegne
τωρινός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: nykyinen, lahja, mukana, saapuvilla, aikalainen, uudenaikainen
τωρινός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: aktuális, érvényes, időszerű, jelen, jelenlegi, jelenlevő, korszerű, kortárs, mai
τωρινός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: actual, presente, vigente, regalo, moderno
τωρινός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: actual
τωρινός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: актуальний, тематичний, дарувати, дарунок, нинішній, подарувати, подарунок, представити, представляти, презентувати, присутній, сучасний, теперішній, вчасний, вчасно, дата, датувати, дійсний, істинний, найновіший, нещодавній, новітній, поточний, своєчасний, строк, термін, чинний, шлях-вихід
τωρινός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: aktualny, obecny, współczesny
τωρινός στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dhuratë
τωρινός στα αλβανικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dabartinis, dovana, padėjėjas
τωρινός στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: darilo
τωρινός στα σλοβενική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: moderan
τωρινός στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

τωρινός συνώνυμα, τωρινός συνώνυμο