lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τυφλώνω

Λεξικό: αγγλικά τυφλώνω
Μεταφράσεις: dazzle, bedazzle, blind
τυφλώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: omámit, oslepit, oslnit
τυφλώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: blenden, verblenden
τυφλώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blænde, blende, blind, gardin
τυφλώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alucinar, deslumbrar, encandilar, ofuscar, cegar
τυφλώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aveugler, éblouir, offusquer
τυφλώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbagliare, accecare, abbacinare
τυφλώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blende, blind, gardin, rullgardin
τυφλώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: обольщать, ослеплять, слепить
τυφλώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blända, förblinda, blind, gardin, rullgardin
τυφλώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: асляпляць
τυφλώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: häikäistä, sokaista
τυφλώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elkápráztat, elképesztés, elvakít, vakítás
τυφλώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: deslumbrar, obcecar, ofuscar, cegar, encarrilar
τυφλώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: засліплювати, потемніти, темнійте, темніти
τυφλώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: olśniewać, oślepiać
τυφλώνω στα πολωνική »