lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τυφλός

Λεξικό: αγγλικά τυφλός
Μεταφράσεις: blind, blank, blinder, purblind, unquestioning
τυφλός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nevidomý, slepý, zaslepený
τυφλός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: blind
τυφλός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blind, stærblind
τυφλός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ciego
τυφλός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aveugle
τυφλός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cieco
τυφλός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blind, stærblind
τυφλός στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blind
τυφλός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: сьляпы, невідушчы, сляпы
τυφλός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sokea
τυφλός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: slijep
τυφλός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vak, vakok, vászonroló, világtalan
τυφλός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aklas
τυφλός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cego
τυφλός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: orb
τυφλός στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niewidomy, ślepy
τυφλός στα πολωνική »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: слепой, тупиковый
τυφλός στα ρωσικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бленда, невидимий, незрячий, сліпа, сліпій, сліпої, сліпою, ширма
τυφλός στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

τυφλός απθ, τυφλός έκανε τατουάζ στον κολλητό του - δείτε το αποτέλεσμα, τυφλός φοιτητής απθ, τυφλός μαθητής απθ, τυφλός φοιτητής, τυφλός μαθητής, τυφλός τα τ'ωτα τον τε νουν τα τ ́όμματ ́ει, τυφλός μαθητής λυκείου έγραψε 20 σε όλα τα μαθηματα, τυφλός μαθητής από τη λέσβο αρίστευσε στις πανελλαδικές εξετάσεις, τυφλός παοκ