lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τσιμπώ

Λεξικό: αγγλικά τσιμπώ
Μεταφράσεις: bite, nip, pinch, pull, smarter, tweak
τσιμπώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kousat, štípat, štípnout, trhat, uštípnout, zaštípnout
τσιμπώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kneifen, prickeln, zupfen, zwicken
τσιμπώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: svi
τσιμπώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: pellizcar, picar, pizcar, requemar
τσιμπώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brouter, picoter, pincer
τσιμπώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: pizzicare
τσιμπώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: knipa, knipe, svi
τσιμπώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: щипать
τσιμπώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: knipa
τσιμπώ στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: näpistama
τσιμπώ στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csipet, csípni
τσιμπώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: beliscar, picar
τσιμπώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ковток, кусати, кусатися, прищикнути, прищикувати, прищипнути, прищипувати, укус, укусити, ущипнути, шматок, щипати, щипнути, японець
τσιμπώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: szczypać
τσιμπώ στα πολωνική »