lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τσιγκούνης

Λεξικό: αγγλικά τσιγκούνης
Μεταφράσεις: cheapskate, miser, moneygrubber, money-grubber, niggard, penny-pincher, skinflint, tightwad, avaricious, churlish, closefisted, fisted, grudging, hard-fisted, illiberal, mean, miserly, parsimonious, penurious, scant, scantiest, scanty, scarce, scarcely, scrimp, shoestring, skimpy, sordid, spar, sparse, stingy, tight, tight-fisted, hunks
τσιγκούνης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: lakomec, skoupý, skrblík, držgrešle, lakomý, lakotný, malicherný, skrblický, skrblivý, špinavý, spořivý, těsný, utažený, všivý, špinavec
τσιγκούνης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: geizhals, geizkragen, begehrlich, dicht, geizen, geizig, geldgierig, gierig, karg, knapp, knauserig, schäbig, schmal, schmutzig, spärlich
τσιγκούνης στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gnier, gerrig, grisk, knuset, nidsk, smålig, sparsom, stram
τσιγκούνης στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: avaro, gorrón, judío, tacaño, apretado, avariento, escaso, mezquino, miserable, parco, piojoso, roñoso, sórdido
τσιγκούνης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: avare, harpagon, liardeur, avaricieux, chiche, coriace, crasseux, mesquin, parcimonieux, pingre, pouacre, pouilleux, serré, cancre, grigou, lésineur, lésineuse, pince-maille
τσιγκούνης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avaro, taccagno, gretto, parsimonioso, stretto, tirchio
τσιγκούνης στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gnier, begjærlig, gjerrig, grisk, knapp, knuslet, nidsk, smålig, snål, sniken, sparsom, tett
τσιγκούνης στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: скопидом, скряга, скупец, скупой, жадный, плотный, скуден, скудный, скуп, жмот
τσιγκούνης στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: скупы, бедны, заняпалы, мізэрны, убогі, скнара
τσιγκούνης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: škrt, tvrdica
τσιγκούνης στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fösvény, zsugori
τσιγκούνης στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: šykštuolis, įtemptas
τσιγκούνης στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: avarento, avaro, chucho, descaso, parco, paupérrimo, piloso, rochoso, sórdido
τσιγκούνης στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: avar, zgârcit
τσιγκούνης στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: lakomec, lakomý
τσιγκούνης στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: скупар, бідний, близький, близько, брутальний, відсталий, гнучкий, голодний, грубий, доладний, жадний, жадної, жадною, завершення, закривати, закрити, закриття, зачинити, зачиняти, зголоднілий, значити, нахил, нахилитися, нахилятися, невеликий, невеликодушний, невисокий, недостатній, неліберальний, нещасний, низький, низько, обережний, обмежений, означати, ощадливий, підлий, притулити, притулитися, притуляти, притулятися, середина, середній, скручений, скудний, скупий, скупій, скупої, скупою, слабкий, стрункий, схоплення, тихий, тонкий, убогий, худий, щадіння, грубіян, скнара, скнари, скребок
τσιγκούνης στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: skąpiec, skąpy, sknera
τσιγκούνης στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: knapp, knusslet, skålig, snål, sniken
τσιγκούνης στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tihe
τσιγκούνης στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahne, itara, kitsas, likainen, säästeliäs, saita
τσιγκούνης στα φινλανδικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: skop
τσιγκούνης στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

τσιγκούνης αγγλικά, τσιγκούνης άντρας, τσιγκούνης συνώνυμα, τσιγκούνης ιωάννης, τσιγκούνης οδοντίατρος, τσιγκούνης συνώνυμο, τσιγκούνης μετάφραση στα αγγλικά, τσιγκούνης στα ισπανικα, δημήτρης τσιγκούνης, μιχάλης τσιγκούνης