lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τρώω

Λεξικό: αγγλικά τρώω
Μεταφράσεις: eat, have, stomach, sup, gobble, guzzle
τρώω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dostat, jídlo, jíst, mít, papat, polykat, rozežrat, sníst, žrát, hltat, prožrat, sežrat, zhltnout
τρώω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: besitzen, eignen, essen, fressen, gegessen, haben, speisen, einnehmen, verzehren
τρώω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: æde, eje, få, ha, have, spise, konsumere
τρώω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: comer, consumir, haber, jamar, llevar, manducar, poseer, tener, devorar
τρώω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: avoir, becqueter, becter, bouffer, boulotter, brichetonner, briffer, chiquer, croûter, manger, bâfrer, dévorer, friper, repaître
τρώω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avere, beccare, mangiare
τρώω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: få, ha, speisa, spise, konsumere, ætta, etasje, ete
τρώω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: есть, иметь, кушать, наесть, расхлебать, съесть, жрать
τρώω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: äta, spisa, aväta
τρώω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ha, kam, llup
τρώω στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: ям
τρώω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: густой, есьцi
τρώω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: omama
τρώω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: omistaa, ruokailla, syödä, hotkaista
τρώω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: imati, jesti, pojesti
τρώω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: enni
τρώω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: valgyti
τρώω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: comer, haver, ingerir, ter
τρώω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: imeti, jesti
τρώω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: jesť
τρώω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: борошно, вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, гусінь, є, єсть, збирати, зібрати, зірвати, їжа, їсти, мати, набирати, набрати, підбирати, підібрати, поїсти, скупчувати, страва
τρώω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jeść, zjeść, żreć
τρώω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

τρώω και δεν παχαίνω, τρώω συνέχεια, τρώω συνώνυμα, τρώω ονειροκρίτης, τρώω τα νύχια μου, τρώω κόλλημα, τρώω conjugation, τρώω είδη υγιεινής, τρώω ξύλο