lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τρόπος

Λεξικό: αγγλικά τρόπος
Μεταφράσεις: manner, mannerism, brand, character, description, form, gait, gender, genre, genus, kind, line, nature, sort, species, device, means, measure, medium, method, mode, resource, road, way
τρόπος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: způsob, druh, obor, originál, pohlaví, postavení, povaha, příroda, přirozenost, ráz, rod, typ, znak, chod, chování, chůze, krok, metoda, móda, obyčej, pochod, postup, prostředek, prostřední, průměrný, střední, styl, technika, zdroj, způsoby
τρόπος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: manier, weise, art, beschaffenheit, charakter, gattung, gemüt, genre, genus, geschlecht, marke, natur, sexualität, sorte, spezies, form, gang, maßnahme, methode, mittel, modalität, verfahren
τρόπος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: facon, måde, maner, manér, art, genre, kategori, køn, natur, naturen, slag, slags, sort, fremgangsmåde, gang, meddel, metode, middel, mode, råd, vis
τρόπος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amaneramiento, estilo, manera, modo, calibre, calidad, casta, categoría, clase, especie, género, laya, naturaleza, orden, ralea, sexualidad, suerte, tipo, arbitrio, camino, expediente, forma, guisa, método, moda, remedio, sistema, son, traza, vía
τρόπος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: forme, manière, andouille, envieux, espèce, flan, gabare, genre, hunier, langue-de-chat, nature, saut-de-lit, sexe, sortable, sorte, toile, tonneau, tortillon, type, vouge, wagonnette, allure, façon, facture, guise, méthode, mode, moyen, procédé, réglure, ressource, style, tenue, ton
τρόπος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fare, foggia, maniera, modo, genere, indole, natura, razza, sorta, specie, accorgimento, andatura, direzione, metodo, mezzo, moda, modalità, portamento, risorsa, sistema, tenore, verso, voga
τρόπος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fasong, maner, manér, måte, art, beskaffenhet, genre, hankjønn, hunkjønn, intetkjønn, kategori, kjønn, natur, slag, sort, botemiddel, bruksanvisning, gang, meddel, metode, middel, mote, råd, ressurs, sætt, sett, vis
τρόπος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: манера, вид, пол, природа, род, сорт, метод, образ, способ
τρόπος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: maner, manér, art, beskaffenhet, kategori, natur, slag, sort, sortera, typ, gång, genre, medel, råd, sätt, sett, utväg, vis
τρόπος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mënyrë, gjini, natyrë
τρόπος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: манера, род, сорт
τρόπος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: viis, sugu, meetod
τρόπος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: muoto, tapa, laatu, laji, luonne, luonto, suku, sukupuoli, tyyppi, astunta, käynti, käytös, keino, menetelmä, muoti, sävellaji, tapaluokka, tyyli
τρόπος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: način, priroda, spol, vrsta, metoda, moda, običaj
τρόπος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: būdas, maniera, gamta, giminė, natūra, prigimtis, rūšis, metodas, metodika
τρόπος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estilo, forma, maneira, modo, espécie, estirpe, género, jaez, laia, natureza, qualidade, surte, campino, costume, método, moda, sistema
τρόπος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: жанр, засіб, манера, порядок, спосіб, бігти, види, вудка, вудочка, генерація, гонки, забіг, заїзд, змагання, клан, напруга, напруження, напружити, напружитися, напружувати, напружуватися, натура, натягати, натягнути, натягти, натягувати, нирка, опис, покоління, порода, породи, пояснення, природа, прут, раса, расовий, рід, роде, роди, родина, родинний, сімейний, сімейство, сорт, ствол, стержень, стовбур, стрижень, сутність, суттєвість, тип
τρόπος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: maniera, rodzaj, sposób
τρόπος στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: вид, природа, метод, походка
τρόπος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: faj, fajta, jellem, mód, nem, sajátosság, természet, zsáner, módszer
τρόπος στα ουγγρική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: fire, specie
τρόπος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: spol
τρόπος στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

τρόπος εξόφλησης δαπανών άνω των 500 00 ευρώ από την 1.1.2014 και μετά, τρόπος συνώνυμο, τρόπος παρακολούθησης μη τιμολογηθέντων αποθεμάτων, τρόπος ανάπτυξης παραγράφου, τρόπος υπολογισμού μορίων, τρόπος υπολογισμού εφάπαξ, τρόπος αξιολόγησης προγράμματος επικοινωνίας, τρόπος υπολογισμού σύνταξης ικα, τρόπος ζωής, τρόπος επαναφοράς των windows 7 σε προηγούμενη κατάσταση