lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τροφή

Λεξικό: αγγλικά τροφή
Μεταφράσεις: chow, eating, fare, food, provender, repast, nourishment, nutrition, aliment, cud, feed, nutrient, nutriment, alimentation, diet, forage, sustenance, comestible, pabulum, board, boarding, maintenance, comestibles, eatables, edible, viands, victual
τροφή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jídlo, jíst, pokrm, potrava, strava, výživa, vyživování, krmivo, potravina, výživné, živina, potravinový, obživa, stravování, údržba, udržování, vydržování, živení, živobytí, potraviny
τροφή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: essen, fressen, küche, nahrungsmittel, speise, verpflegung, ernährung, futter, nährstoff, nahrung, kost, instandhaltung, pflege, wartung, lebensmittel, proviant
τροφή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: føde, kost, kosthold, mad, måltid, mat, næring, næringsstof, ernæring, næringsmiddel
τροφή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alimento, comida, insalubre, manjar, sustento, alimentación, nutrición, pasto, pábulo, alimentario, alimenticio, comestible, pan
τροφή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chère, cuisine, manducation, manger, nourriture, pain, popote, repas, alimentation, nutrition, aliment, ambroisie, engrais, nutriment, pâture, pâtée, alimentaire, épicerie, mangeaille, pitance, entretien, subsistance, victuailles, denrée
τροφή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: alimento, cibo, mangiare, nutrimento, pappa, vitto, alimentazione, vivanda, sostentamento, alimentare, mantenimento, pensione, viveri
τροφή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: føde, kost, kosthold, mat, næring, ernæring, føda, vedlikehold, matvarer, næringsmiddel
τροφή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: еда, корм, питание, пища, пропитание, пищевой, продовольственный, прокормление, продовольствие, продуктовый, съестной
τροφή στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjellë
τροφή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: храна, ядене
τροφή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ежа, есьцi, пажытак, спажыва, спажытак, страва, харч, харчаванне, харчы, корм, яда, кармленне
τροφή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: söök, toit, toitaine
τροφή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: muona, ruoka, elatus, elanto, kunnossapito, elintarvike
τροφή στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ennivaló, étel, étkezés, evés, táplálás, táplálék, takarmány, táp, fogyasztói, élelmezés, eltartás, élelem, élelmiszer
τροφή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: maistas, mityba, pragyvenimas, priežiūra
τροφή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alimento, comida, sustento, pasto, nutrifica, comidinha
τροφή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: hrana
τροφή στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: корм, харчування, годування, годувати, годуватися, дієта, живий, живлення, житловий, життя, їжа, нагодувати, провізія, продовольство, харчувати, харчуйтеся, їда, поліно, аліменти, борт, відправлення, дошка, колегія, комітет, поставити, поставка, поставляти, постачання, постачати, правління, рада, управління, утримання
τροφή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jedzenie, odżywianie, pokarm, pożywienie, spożywczy, strawa, wyżywienie, żywność, żywnościowy
τροφή στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: hrana
τροφή στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: výživa, potravín
τροφή στα σλοβακική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kost, mat, näring, föda, underhålla, uppehälle, förde
τροφή στα σουηδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aliment
τροφή στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

τροφή για σκέψη, τροφή για κουτάβια, τροφή σκύλων, τροφή σκύλου, τροφή για τα θηρία, τροφή για γάτες, τροφή για στειρωμένες γάτες, τροφή περιστεριών, τροφή για καναρίνια, τροφή συνώνυμα