lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τροποποιώ

Λεξικό: αγγλικά τροποποιώ
Μεταφράσεις: adjust, edit, modify, qualify, advance, ameliorate, amend, amends, chastise, correct, emend, improve, mark, mend, reclaim, rectify, reform, revise, stoke, enhance, meliorate, revamped, upgrade, enrich, rationalise, streamline, alter, alternate, change, convert, disguise, disturb, divert, fluctuate, interchange, permute, rearrange, redid, relay, reschedule, retarget, shift, switch, transmute, turn, vary
τροποποιώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: modifikovat, pozměnit, přizpůsobit, upravovat, změnit, doplnit, kárat, korigovat, nahradit, napravit, narovnat, opravit, opravovat, pokárat, potrestat, spravit, spravovat, trestat, upravit, usměrňovat, vylepšit, vyspravit, zašít, zlepšit, zlepšovat, zúrodnit, zušlechtit, zdokonalit, zušlechťovat, alternovat, fluktuovat, kolísat, měnit, mírnit, narušit, odstranit, porušit, posouvat, posunout, posunovat, předělat, přehodit, přeložit, přeměnit, přesadit, přesednout, přestavět, přestěhovat, přesunout, prohodit, proměnit, proměňovat, rozčilit, rušit, střídat, vyměnit, vystřídat, zaměnit
τροποποιώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anpassen, modifizieren, berichtigen, bessern, korrigieren, reparieren, verbessern, vervollkommnen, rationalisieren, abändern, ablösen, abwechseln, ändern, umwandeln, umwechseln, umziehen, verändern, verstellen, wandeln, wechseln
τροποποιώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: entre, bedre, forbedre, korrigere, reparere, rette, ændre, bytte, forandre, omkastning, skifte, veksle
τροποποιώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alterar, modificar, arreglar, corregir, encarnecer, enmendar, mejorar, mejorarse, rectificar, reparar, abonar, beneficiar, bonificar, perfeccionar, alterarse, alternar, cambiar, canjear, conmutar, convertir, convertirse, inmutar, mudar, oscilar, reformar, relevar, transformar, variar
τροποποιώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amender, modifier, améliorer, corriger, raccommoder, rajuster, ramender, rectifier, réparer, retaper, retoucher, abonnir, bonifier, épurer, perfectionner, altérer, alterner, changer, commuer, contrefaire, décomposer, dénaturer, déplacer, échanger, évoluer, maquiller, réformer, relayer, remanier, varier
τροποποιώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: emendare, modificare, ritoccare, variare, accomodare, aggiustare, assettare, correggere, migliorare, rettificare, riparare, perfezionare, raffinare, alterare, alternare, avvicendare, cambiare, cambio, muovere, mutare, scambiare, spostare, tramutare
τροποποιώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: endre, bedre, bøte, forbedre, korrigere, korrigert, laga, reparere, rette, stega, avløse, bytte, endra, forandre, omkastning, skifte, utbytte, variere, veksle
τροποποιώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: видоизменять, модифицировать, выпрямлять, исправлять, оправлять, поправлять, улучшать, улучшить, изменять, менять, обращать, сменять
τροποποιώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: modifiera, bättra, förbättra, korrigera, laga, reparera, stegra, ändra, ändring, byt, förvandla, omkastning, omväxla, omväxling, växla
τροποποιώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мадыфікаваць, паляпшаць, відазмяняць, зменьваць, мяняць, перайначваць, пераменьваць
τροποποιώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alterar, modificar, consertar, corrigir, emendar, melhorar, pejorar, rectificar, reparar, bonificar, alterares, alternar, cambiar, mudar, oscilar, reformar, transformar, trocar, variar
τροποποιώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: modifica, îmbunătăţi, schimba
τροποποιώ στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: модифікувати, більша, викорінювати, викоріняти, коректувати, краща, краще, кращий, ліпший, меліорувати, перетворення, піднести, підніміть, підносити, покращтеся, покращувати, поліпшення, поліпшити, поліпшитися, поліпшіть, поліпшувати, поліпшуватися, поправити, поправляти, реформа, реформувати, видавати, видати, видозмінити, видозмініться, видозмінювати, виказати, виказувати, змініть, змініться, змінювати, змінюватися, змінятися, зраджувати, зрадити, зрадіти, зрадьте, конвертувати, мінятися, обдурити, обдурювання, обдурювати, обман, обманювати, переробіть, перетворити, перетворіть, перетворіться, перетворювати, трансформувати, шахрайство
τροποποιώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: modyfikować, poprawiać, ulepszać, usprawniać, usprawnić, zmieniać
τροποποιώ στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: коригирам, променям
τροποποιώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: paikama, täiustama, muutma, vahetama
τροποποιώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jalostaa, korjata, kurittaa, oikoa, parantaa, tarkistaa, höystää, muuttaa, uudistaa, väännellä, vaihtaa
τροποποιώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: poboljšati, popraviti, promijeniti
τροποποιώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kijavít, kijavítani, megjavítani, tökéletesíteni, megváltoztatni, változás
τροποποιώ στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: popraviti, spremeniti, zamenjati
τροποποιώ στα σλοβενική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndërroj
τροποποιώ στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

τροποποιώ συνώνυμα, τροποποιώ english, τροποποιώ στα αγγλικα