lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τραβώ

Λεξικό: αγγλικά τραβώ
Μεταφράσεις: attract, entail, involve, pull, tug, stroke, swig, draw, sniff, suck, flounder, jerk, lacerate, lint, lug, mangle, pluck, tear, twitch, yank, abstract, educe, elicit, extract, hoist, rack, reach, sprawl
τραβώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: obsahovat, přitahovat, přivábit, tahat, táhnout, vábit, vytáhnout, vytahovat, zahrnovat, zatáhnout, způsobit, aut, čerpat, lákat, načerpat, cucat, kojit, nasát, nasávat, sát, vycucat, vysát, cloumat, drásat, oškubat, potrhat, rozdrásat, rozsápat, roztrhat, roztrhnout, rvát, škubat, škubnout, trhat, trhnout, utrhat, utrhnout, vléci, vyrvat, vytrhávat, čepovat, dobývat, extrahovat, nakreslit, napínat, narýsovat, natahovat, přetáhnout, těžit, vybrat, vydobýt, vyluhovat, vytěžit, vytrhnout, získat, získávat
τραβώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anziehen, bestreichen, reißen, reizen, ziehen, schachzug, strich, zug, heranziehen, lutschen, saugen, zerreißen, zerren, zupfen, ausstrecken, ausziehen, herausziehen, recken, strecken, übergeben
τραβώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hale, tiltrække, trække, trekke, drag, dragning, dia, die, patte, suge, sutte, nappe, rive, ruske, rykke, rykning, spile
τραβώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arrastrar, atraer, magnetizar, tirar, chupada, rasgo, tirón, aspirar, chupar, lactar, mamar, sorber, arrancar, deshilar, rasgar, desenvainar, extender, extraer, sacar
τραβώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attifer, attirer, comporter, entraîner, tirer, touche, allécher, pomper, solliciter, aspirer, sucer, suçoter, tétée, téter, arracher, brouter, déchirer, houspiller, mâcher, sabouler, saccader, tirailler, tourmenter, bistourner, dépasser, étirer, extraire
τραβώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: adescare, allettare, attrarre, comportare, attirare, richiamare, aspirare, ciucciare, poppare, risucchiare, succhiare, suggere, dilaniare, lacerare, rompere, squarciare, stracciare, strappare, straziare, cavare, estrarre, passare, sfilare, trascinare
τραβώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dra, draga, hale, tiltrekke, trekke, drag, dragning, trekk, attrahert, påkalle, dia, die, patte, suga, suge, nappe, rive, ruske, rykke, rykning, spile, strekke
τραβώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: потягивать, притягивать, тянуть, потягивание, привлекать, всасывать, сосать, дергать, дёргать, дрыгать, отрывать, рвать, терзать, вытягивать, извлекать, простирать, протягивать
τραβώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: draga, ryck, rycka, ryckning, slita, bloss, dragning, attrahera, dra, dia, patte, suga, sarga
τραβώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: tërheq, thith
τραβώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: цягнуць, залучаць, уцягваць, смактаць, дзерці, драць, кроіць, мучыць, рваць
τραβώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: veetlema, imema
τραβώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: houkutella, kiskoa, vetää, imeä, imeskellä, raadella, raahata, repäistä, repiä, juoksuttaa
τραβώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: vući, povući, izvući
τραβώ στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: masinti, traukti, čiulpti, žįsti
τραβώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: atrair, engodar, puxar, sacar, tirar, rasgo, atraem, chupar, mamar, sugar, dilacerar, rasgar, romper, torturar
τραβώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atrage
τραβώ στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pociągać, pociągnięcie, przyciągać, ssać, szarpać, wyciągać
τραβώ στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: löket, szopik, szopni, előhúzni, kihúzni
τραβώ στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ангажувати, апеляція, вабити, виграш, займати, зайняти, залучати, замовити, замовляти, звернути, знаджувати, наймати, найміться, найняти, оскарження, приваблювати, привернути, привертати, притягати, притягніть, смоктати, ссати, бити, вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, гризніть, заворожіть, збирати, зібрати, зірвати, зламати, зламатися, ламати, ламатися, мучити, набирати, набрати, обриватися, перерва, перервати, підбирати, підібрати, побити, поломка, порушити, порушувати, рвати, рвоніть, ривок, розбивати, розбити, розірвати, розламати, розрив, розривати, розріз, розрізати, розтрощити, розтрощувати, скочити, скупчувати, сльоза, смикати, смикатися, смикнутися, стрибати, стрибнути, трощити
τραβώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: čerpať
τραβώ στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

τραβώ συνώνυμα, τραβώ καπνό φυσώ καπνό, τραβώ γραμμή στίχοι, τραβώ γραμμή, τραβώ κλιση, τραβώ συνώνυμο, τραβώ перевод, τραβάω κουπί