lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τρέχω

Λεξικό: αγγλικά τρέχω
Μεταφράσεις: jog, run, sprint, dart, dash, flee, fly, skitter, hasten, hurry, pelt, quickness, rush, scurried, scurry, speed
τρέχω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: běhat, běžet, utíkat, závodit, létat, letět, hnát, lovit, zahnat
τρέχω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gelaufen, laufen, nachlaufen, fliegen, zufliegen, gejagt, jagen, rasen, rennen, sausen, sprengen, treiben
τρέχω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: løbe, flygte, flyve, buse, fare, fylke, ile
τρέχω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: andar, correr, funcionar, marchar, volar, arrear
τρέχω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: courir, décarcasser, marcher, tricoter, bicher, voler, chasser, distiller, galoper
τρέχω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: correre, funzionare, volare
τρέχω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: løpa, løpe, springa, flyge, fosse, buse, driva, drive, fare, fyke, ile, jaga, mota, susa
τρέχω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бегать, летать, лететь, мчать, уносить
τρέχω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kila, löpa, löpe, ränna, springa, flyga, buse, driva, fare, jaga, mota, rena, susa
τρέχω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: vrapoj, fluturoj
τρέχω στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: бягам, тичам
τρέχω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: хадзiць, бегаць
τρέχω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: futni, szaladgálni, fut, repülni, szállni, gondolatjel, hajtani
τρέχω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: andar, correr, funcionar, marchar, voar
τρέχω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: spustiť, lietať
τρέχω στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: biegać, lecieć, pędzić
τρέχω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: lendama, lennutama
τρέχω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kiitää, lentää, astella, metsästää
τρέχω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: letjeti
τρέχω στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: skraidinti
τρέχω στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: zbura
τρέχω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: leteti
τρέχω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

τρέχω ονειροκρίτης, τρέχω συνώνυμα, τρέχω για την κατερίνη, τρέχω για την κατερίνη 2013, τρέχω και δεν φτάνω, τρέχω αρχικοί χρόνοι, παρέχω συνώνυμο, τρέχω στα αρχαία, τρέχω αρχαία, παρέχω κλίση