lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τρέμω

Λεξικό: αγγλικά τρέμω
Μεταφράσεις: falter, flicker, fluctuate, shake, stagger, sway, teeter, toddle, toss, totter, vacillate, wobble, oscillate, palpable, palpitate, throb, tremble, twitch, vibrate, wince, rip, tear, creep, quake, quaver, shiver, shudder, thrill, trembler, dither, flutter, blink, flash, skive, wink, earthquake, joggle, jolt, jounce
τρέμω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: balancovat, fluktuovat, houpat, klátit, klopýtnout, kmitat, kolébat, kolísat, kývat, natřásat, natřást, oklepat, otřást, otřepat, plápolat, třást, třepat, váhat, vrávorat, vytřepat, zakolísat, zalomcovat, zaváhat, bít, bušit, oscilovat, vibrovat, párat, potrhat, rozpárat, roztrhat, roztrhnout, rvát, servat, škubat, tahat, trhat, vyrvat, blikat, mrkat, mžikat, mžourat, drkotat, mávat, otřásat, zmítat
τρέμω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hin, schütteln, schwanken, wanken, schwingen, vibrieren, zittern, reißen, zerreißen, beben, schlottern, blinken, flimmern, zucken, schaudern
τρέμω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: rave, ryste, svinge, vakle, riva, dirre, gyse, hutre, rystning, sitre, blink, blinke, glimte, riste, ruske, skanke
τρέμω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agitar, balancear, bambolear, sacudir, tambalear, titubear, vacilar, palpitar, titilar, trepidar, vibrar, berrear, desgarrar, despedazar, rasgar, romper, calofriarse, temblar, tiritar, centellear
τρέμω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: balancer, basculer, chanceler, chavirer, flageoler, flotter, fluctuer, secouer, vaciller, osciller, palpiter, panteler, trembler, tressaillir, vibrer, arracher, déchirer, démailler, frémir, lacérer, bondir, chevroter, frissonner, grelotter, trembloter, trépider, tressauter, clignoter, branler, cahoter
τρέμω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: barcollare, scrollare, scuotere, tentennare, traballare, vacillare, oscillare, vibrare, dilaniare, lacerare, rompere, squarciare, stracciare, strappare, straziare, fremere, rabbrividire, tremare, lampeggiare, sobbalzare
τρέμω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gynga, rave, svaie, vakla, vakle, vingla, vingle, darra, ryste, vibrert, riva, dirre, gyse, hutre, rystning, sitre, skake, skjelve, blink, blinka, blinke, glimta, rista, riste, ruska, ruske, skaka
τρέμω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: качать, шатать, вздрагивать, колебать, подергивать, подёргивать, подрагивать, драть, отрывать, рвать, дрожать, знобить, трепетать, мелькать, мигать
τρέμω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gunga, vackla, vicka, vingla, darra, ryste, skälva, vibrera, riva, bäva, dallra, rysa, rysning, splittra, blink, blinka, glimta, rista, riste, ruska, rusket, siare, skaka, skrake
τρέμω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: tund
τρέμω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: heilahdella, heiluttaa, hoippua, huojua, häilyä, värähdellä, vavista, kiskoa, raadella, repäistä, repiä, hytistä, tutista, vapista, värjöttää
τρέμω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abalar, abanar, bambolear, sacudir, titubear, vacilar, fremir, palpitar, tremer, trepidar, vibrar, desgarrar, dilacerar, rasgar, romper, tiritar
τρέμω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chwiać, drgać, drzeć, dygotać, migać, trząść
τρέμω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: здрыгвацца, уздрыгваць, дзерці, драць, маргаць, мігацець, мігаць, моргаць
τρέμω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: remegni, reszketni, könny, szakítani, tépni, didereg, reszket, lerázni, rázni
τρέμω στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відступіть, вражати, вразити, дрижати, дрож, здригатись, здригатися, осколок, переляк, перелякати, скочити, стрибати, стрибнути, стрибок, тремтіти, бити, вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, збирати, зібрати, зірвати, зламати, зламатися, ламати, ламатися, набирати, набрати, обриватися, перерва, перервати, підбирати, підібрати, побити, поломка, порушити, порушувати, рвати, розбивати, розбити, розірвати, розламати, розрив, розривати, розріз, розрізати, розтрощити, розтрощувати, скупчувати, сльоза, трощити, блимати, кліпати, мигати
τρέμω στα ουκρανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: judisema
τρέμω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: zadrhtati
τρέμω στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: tremura
τρέμω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: váhať
τρέμω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

τρέμω ρέμος, τρέμω συνώνυμα, τρέμω ρέμος στίχοι, τρέμω και φοβάμαι τον βασιλιά που γυρίζει, τρέμω αντώνης ρέμος, τρέμω στο άγγιγμα σου, τρέμω αόριστος, τρέμω να σε δω, τρέμω στη σκέψη, γιατί τρέμω