lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τουαλέτα

Λεξικό: αγγλικά τουαλέτα
Μεταφράσεις: bathroom, cloakroom, dressing-table, growler, lavatory, restroom, toilet, toilette, washroom, water-closet, closet, latrine, paragraph, passage, subhead
τουαλέτα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: toaleta, článek, odstavec, paragraf, pasáž, přecházení, přechod, přelet, převoz, průchod, průjezd, průtok
τουαλέτα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abtritt, garderobe, klosett, toilette, abort, raum, räumlichkeit, absatz, abschnitt, übergang
τουαλέτα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: do, toilet, wc, gang, latrinet, paragraf, passus
τουαλέτα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: lavabo, servicios, inodoro, retrete, servicio, apartado, lugar, párrafo
τουαλέτα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: sanitaires, toilette, toilettes, cabinet, cabinets, water-closet, alinéa, article, endroit, paragraphe, passage, urinoir, verset, vespasienne
τουαλέτα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: gabinetto, ritirata, toilette, capoverso, latrina, paragrafo
τουαλέτα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: do, klosett, toalett, toalettbord, wc, gang, latrine, notis, paragraf, passus, vannklosett
τουαλέτα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: туалет, уборная, санузел, абзац, коридор, отрывок, проход
τουαλέτα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: toalett, toalettbord, wc, latriner, notis, paragraf, passus, stycke
τουαλέτα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: тоалет, абзац, проход
τουαλέτα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: туалет, прыбіральня
τουαλέτα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tualettruum, lõik
τουαλέτα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: käymälä, kappale, läpikulku
τουαλέτα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: toalet
τουαλέτα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: mellékhelyiség, vécé, illemhely, mosdó, átutazás, bekezdés, folyosó
τουαλέτα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: išvietė, tualetas
τουαλέτα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: banheiro, lavabo, tocador, traje, inodoro, privada, retrete, apartado
τουαλέτα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: stranišče
τουαλέτα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ансамбль, туалет, туалетний, тумбочка, убиральня, вбиральня, виховати, виховувати, гардероб, задній, зручність, камера, таємний, тил, абзац, коридор
τουαλέτα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: toaleta, ubikacja, ustęp
τουαλέτα στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kúpeľne
τουαλέτα στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

τουαλέτα κρεβατοκάμαρας, τουαλέτα ονειροκρίτης, τουαλέτα όνειρο, τουαλέτα αμεα προδιαγραφές, τουαλέτα συνώνυμο, τουαλέτα τούρκικη, τουαλέτα αμεα, τουαλέτα σκύλου, τουαλέτα γάτας, τουαλέτα σκύλων