lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τοποθετώ

Λεξικό: αγγλικά τοποθετώ
Μεταφράσεις: align, arrange, array, attune, determine, dispose, juxtapose, marshal, plant, preset, set, situate
τοποθετώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: disponovat, nalíčit, položit, pořádat, posadit, postavit, poštvat, přichystat, připravit, prodat, řadit, rozestavit, rozmístit, růst, seřadit, seskupit, sestavit, srovnat, stanovit, stavět, udat, uložit, umístit, upravit, usadit, uspořádat, vložit, vsadit, vypracovat, vyřídit, vyrovnat, založit, zařídit, zařizovat, zarovnat, zarovnávat
τοποθετώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufstellen, platzieren, rangieren, stellen
τοποθετώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ordne, stille
τοποθετώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alinear, colocar, disponer, ordenar, poner, situar
τοποθετώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aligner, disposer, dresser, établir, grouper, jumeler, placer, prendre, ranger, situer
τοποθετώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: allineare, collocare, disporre, fondare, mettersi, ordinare, schierare, sistemare
τοποθετώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ordna, stille
τοποθετώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выстраивать, устанавливать
τοποθετώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ordna
τοποθετώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вызначаць, ставіць, узяць, устанаўліваць
τοποθετώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asettaa, perustaa, sijoittaa
τοποθετώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beáll, beállít, felállítani
τοποθετώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: arranjar, arrumar, colocar, instaurar, instituir, ordenar, situar
τοποθετώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: видобувати, видобути, визначати, визначити, визначте, вирішити, вирішувати, вишикувати, вишикуватися, виявити, виявіть, виявляти, вказати, вказувати, влаштовувати, влаштовуватися, влаштувати, врегулювати, встановити, встановіть, встановлювати, встановляти, генеалогія, гідний, гора, держава, державний, завод, засновувати, заснувати, затверджувати, затвердити, заявити, заявляти, здатний, зморшка, знаходження, колія, конкретизуйте, констатувати, курс, лагодити, лінія, міра, монтувати, налагодити, насадження, норма, обрис, оселити, оселитися, оселіться, оселяти, оселятися, оцінити, оцінювати, передбачати, передбачити, підійматися, піднятися, підходити, погоджувати, поправляти, посадити, потужність, придатний, припадок, пристосуйте, пропорція, регулювати, регулюватися, риска, розглядати, розглянути, розцінка, рослина, ряд, саджати, садити, ставка, стан, стверджувати, ступінь, сформулювати, сходити, тариф, твердити, тягнутися, улагоджувати, улагодити, упорядковувати, упорядкувати, установити, установлювати, уточнити, уточнювати, уточняти, формулювати, ціна, черга, швидкість, штат
τοποθετώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ustawiać
τοποθετώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

τοποθετώ συνώνυμα, τοποθετώ προστακτική ενεστώτα, τοποθετώ αγγλικά, τοποθετώ στα αγγλικά, τοποθετώ ρήμα