lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τμήμα

Λεξικό: αγγλικά τμήμα
Μεταφράσεις: branch, column, department, division, section, counterfoil, coupon, episode, exergue, instalment, length, part, sector, segment, snip, stub, affiliate, agency, body, compartment, detachment, form, picket, posse, squad, subsidiary, troop, ward, cross-section, intersection, allotment, article, captain, chapter, disruption, distribution, parting, separation, unit, dissection, examine
τμήμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: část, četa, členění, dělení, divize, odbor, oddělení, oddíl, průřez, referát, řez, rozdělení, rubrika, sekce, sloupec, úsek, pahýl, úseč, činnost, dav, filiálka, mužstvo, obor, obvod, odbočka, odloučení, odvětví, okres, pobočka, rozvětvení, vyčlenění, řezání, artikl, bod, článek, člen, distribuce, hlava, kapitola, kapitula, odstavec, paragraf, rozlišování, rozmístění, stať, zboží, pitva, pitvání
τμήμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abteilung, division, segmentierung, teilung, zweig, abschnitt, schnitt, segment, strecke, teilspannungsmesser, filiale, kommando, trupp, truppe, zweigniederlassung, durchschnitt, querschnitt, artikel, aufteilung, kapitel, scheidung, sektion
τμήμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afdeling, akse, andel, brorpart, del, deling, departement, division, fordeling, ministerium, part, segment, sektor, embede, filial, troppo, artikel, kapitel, vare
τμήμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: departamento, división, partición, sección, sector, folletín, fragmento, retal, segmento, talón, tramo, trecho, brigada, dependencia, destacamento, sucursal, tropa, artículo, capítulo, distribución, repartición, separación, disección
τμήμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: canonnerie, département, division, part, partie, portion, rayon, rubrique, section, brocard, canton, exergue, feuilleton, fuseau, segment, tranche, tronçon, volet, brigade, détachement, district, embranchement, filiale, service, spécialité, succursale, troupe, coupe, orthographie, profil, article, chapitre, cloison, distinction, lancement, paragraphe, répartition, autopsie, dissection, escouade, névrotomie
τμήμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: compartimento, dipartimento, divisione, ente, reparto, rubrica, scompartimento, serie, sezione, tratto, puntata, segmento, taglio, tratta, drappello, filiale, succursale, truppa, articolo, capitolo, settore
τμήμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aksje, andel, avdeling, brorpart, del, deling, divisjon, fraksjon, lott, part, seksjon, avlegger, avsnitt, etappe, segment, sektor, skjæring, strekning, utklipp, utsnitt, avdelning, filial, gjeng, mannskap, tropp, trupp, gjennomsnitt, snitt, artikkel, avsats, fordeling, kapittel
τμήμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: отдел, отделение, отрасль, обрезок, отрезок, сегмент, отряд, подразделение, разрежь, сечение, глава, статья, вскрытие, секция
τμήμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: andel, brorpart, del, lott, part, avsnitt, segment, sektor, utklipp, utsnitt, avdelning, tropp, trupp, avsats, fördelning, sektion
τμήμα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: отдел, отряд, глава, разпределение
τμήμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: diviis, divisjon, ministeerium, osa, osakond, ese, peatükk
τμήμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: divisioona, jakaminen, jako, jakolasku, jakso, jaosto, lääni, osasto, kanto, lohko, tynkä, viipale, haarakonttori, haaraliike, joukko, joukkue, lokero, leikkaus, artikkeli, ero, esine, luku
τμήμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: divizija, brigada, odjeljenje, predmet
τμήμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ágazat, osztály, osztás, részleg, terület, darab, gerezd, részlet, szakasz, szelet, szelvény, különítmény, osztag, rész, átvágás, keresztmetszet, metszet, profil, fejezet, káptalan, boncolás
τμήμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: departamentas, divizija, skyrius, brigada, daiktas, prekė
τμήμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: compartimento, departamento, divisada, divisão, secção, extensão, fragmento, segmento, talos, tramo, brigada, destacamento, equipe, especialidade, filial, participo, sucursal, tropa, capítulo, mercadoria, dividido
τμήμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: divizie, împărţire, articol, capitol
τμήμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: del, oddelek
τμήμα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: департамент, область, вирізати, вирізка, відрізаний, відрізати, відрізок, відтинок, довжина, зріз, клаптик, косити, обрізок, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розрізати, розтинати, сегмент, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, стригти, фасон, ансамбль, банда, вечір, вечірка, відділ, відділення, відмежування, відокремлення, галузевий, галузь, група, діапазон, ділянка, ескадра, ескадрон, загін, ізоляція, когорта, міністерство, оркестр, партійний, партія, підрозділ, роздавити, розділення, розлучення, розчавити, сегрегація, сторона, стрічка, стьожка, управління, факультет, філіал, філія, чавити, глава, апарат, майстерня, одиниця, секція, семінар, установка
τμήμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dział, odcinek, oddział, przekrój, rozdział, sekcja
τμήμα στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абрэзак, адрэзак, атрад, секцыя
τμήμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: degë, artikull
τμήμα στα αλβανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pobočka, kapitola
τμήμα στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

τμήμα περιβάλλοντος, τμήμα φιλολογίας, τμήμα ψυχολογίας απθ, τμήμα μοριακής βιολογίας και γενετικής, τμήμα θεατρικών σπουδών, τμήμα πληροφορικής, τμήμα φιλοσοφίας και παιδαγωγικής απθ, τμήμα βιολογίας απθ, τμήμα ένταξης, τμήμα δημόσιας διοίκησης