lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τιμωρώ

Λεξικό: αγγλικά τιμωρώ
Μεταφράσεις: castigate, chasten, chastise, correct, discipline, penalize, punish, scourge
τιμωρώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kárat, korigovat, napravit, opravit, opravovat, penalizovat, pokárat, pokutovat, potrestat, trestat, tříbit
τιμωρώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bestrafen, korrigieren, strafen, züchtigen
τιμωρώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afstraffe, korrigere, rette, straffe
τιμωρώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: castigar, corregir, penar, reprimir, escarmentar
τιμωρώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: châtier, corriger, pénaliser, punir, condamner, récompenser
τιμωρώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: castigare, correggere, emendare, penalizzare, punire
τιμωρώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avstraffe, korrigere, refse, straffa, tukte, avstraffa, bestraffa, straffe
τιμωρώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: исправлять, карать, наказывать, наказать, покарать
τιμωρώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avstraffa, straffa, bestraffa, näpsa
τιμωρώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dënoj
τιμωρώ στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: коригирам
τιμωρώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: загадваць, караць, наказваць
τιμωρώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kurittaa, oikoa, rangaista
τιμωρώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kazniti
τιμωρώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: büntetni, fenyíteni, megbüntet, megbüntetni
τιμωρώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: castigar, corrigir, penar, punir
τιμωρώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: popraviti
τιμωρώ στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: trestať
τιμωρώ στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бийте, дисциплінуйте, карайте, карати, надходити, наставати, настати, обстріляйте, покарайте, покарати, походити, прибувати, прибути, приїжджати, приїздити, приїхати, прийти, приходити, приходиться, штрафуйте
τιμωρώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: karać, ukarać
τιμωρώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

τιμωρώ συνώνυμο, τιμωρώ ετυμολογία