lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τιθασεύω

Λεξικό: αγγλικά τιθασεύω
Μεταφράσεις: tame, domesticate
τιθασεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: krotit, ochočit, zkrotit
τιθασεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: zähmen, vertraut
τιθασεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: domar, domesticar, acostumbrar, amansar
τιθασεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: apprivoiser, dompter, accoutumer, domestiquer, familiariser, habituer, priver
τιθασεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: addomesticare, ammansire, domare
τιθασεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: приручать, одомашнивать, осваивать, приучать, освоить, прикормить, приручить, приучить
τιθασεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kesyttää
τιθασεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amansar, domar, domesticar
τιθασεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obłaskawiać, oswajać, oswoić
τιθασεύω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: domesticere, tremme
τιθασεύω στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: domestisere, temme
τιθασεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tämja
τιθασεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: асвоіць
τιθασεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elsajátítani, megszelídíteni
τιθασεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: засвоїти, освоїти
τιθασεύω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

τιθασεύω ετυμολογία, τιθασεύω συνώνυμα