lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τηλεφωνώ

Λεξικό: αγγλικά τηλεφωνώ
Μεταφράσεις: associate, bleep, call, chime, clang, clink, jangle, jingle, knell, phone, ring, sound, tinkle, toll, page, telephone, exclaim, activate, actuate, develop, elicit, evoke, occasion
τηλεφωνώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bít, cinkat, nazvat, nazývat, odzvonit, pojmenovat, povolat, přivolat, říkat, sezvánět, troubit, volat, vyžadovat, zacinkat, zadrnčet, zavolat, znít, zvonit, křičet, vykřiknout, vykřikovat, budit, evokovat, působit, spouštět, vyvolat, vyvolávat, způsobit, povolání, volání, vyvolání, výzva
τηλεφωνώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anrufen, geläutet, klingeln, klingen, läuten, nennen, rufen, telefonieren, schreien, auslösen, erregen, hervorgerufen, hervorrufen, anruf, aufruf, aufschrei, geschrei, ruf, schrei
τηλεφωνώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kalde, kime, lyde, opkald, råbe, ringe, single, telefonere, hanke, skrige, kalle, råb, skrig
τηλεφωνώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: campanear, llamar, repicar, sonar, telefonear, teléfono, tocar, clamar, gritar, reclamar, armar, evocar, suscitar, apellido, exclamación, grito, llamada
τηλεφωνώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appeler, carillonner, claquer, clocheter, corner, grisoller, sonner, téléphoner, tinter, boubouler, crier, héler, hucher, causer, déclencher, évoquer, occasionner, susciter, appel
τηλεφωνώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: chiamare, denominare, squillare, suonare, tintinnare, telefonare, gridare, attivare, evocare, scatenare, appello, chiamata, richiamo
τηλεφωνώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gjalle, kalle, kime, låte, ringa, ringe, single, telefonere, telefonura, hauke, rope, tilkalle, frambringa, utropa, anrop, rop
τηλεφωνώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бренчать, бряцать, звенеть, звонить, призывать, телефонировать, звать, кликать, вызвать, вызывать, зов, зовы, оклик, оклики, призыв
τηλεφωνώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: klämta, klinga, ringa, telefonera, kalle, frambringa, utropa, anrop
τηλεφωνώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: tringëllin, telefonoj
τηλεφωνώ στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: назовавам
τηλεφωνώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: званіць, клiкаць, заклікаць, клікаць, прызываць, воклік
τηλεφωνώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: helistama
τηλεφωνώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: helistä, kilistä, kutsua, sanoa, soida, soittaa, älähtää, hihkua, herättää, huuto, kutsu
τηλεφωνώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csengeni, csenget, csönget, felhív, telefonálni, hívni, kiáltani, kihív
τηλεφωνώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: skambėti, rėkti, šaukti, šauksmas
τηλεφωνώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: chamar, repicar, soar, telefono, tocar, telefonar, clamar, gritar, evocar, suscitar, grito
τηλεφωνώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: chema
τηλεφωνώ στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: poklicati, telefonirati
τηλεφωνώ στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дзвеніти, дзвін, дзвінок, дзвонити, задзвеніти, каблучка, кільце, передзвін, викликати, викличте, вимагати, закликати, закличте, призивати, скликати, телефонувати, вітати, град, оклик, привітати
τηλεφωνώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dzwonić, przyzywać, telefonować, wołać, wywołać, zawołanie
τηλεφωνώ στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: telefonirati
τηλεφωνώ στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

τηλεφωνώ κωνσταντίνα, τηλεφωνώ κτελ κηφισου