lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τζάκι

Λεξικό: αγγλικά τζάκι
Μεταφράσεις: fireplace, fire-place, fireside, hearth, bonfire, campfire, camp-fire, focus, grate, furnace, stove
τζάκι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: krb, ohniště, topeniště, fokus, ložisko, oheň, ohnisko, pec, sporák
τζάκι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: heim, herd, kamin, schonstein, brennpunkt, feuer, fokus, freudenfeuer, feuerung, küchenherd, ofen
τζάκι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: arnested, grue, ildsted, kamin, penis, skorsten, bål, fokus, hjem, kakkelovn, komfur, ovn
τζάκι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: chimenea, hogar, foco, fogata, hoguera, cocina, estufa, fogón
τζάκι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: âtre, cheminée, foyer, feu, chauffe, cuisinière, fourneau
τζάκι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: caminetto, camino, focolaio, focolare, fuoco
τζάκι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: grue, ildsted, kamin, peis, bål, brennpunkt, fokus, hjem, komfyr, ovn
τζάκι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: камелек, камелёк, камин, очаг, горнило, костёр, фокус, горн, печь, топка
τζάκι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kamin, bål, eldhärd, fokus, härd
τζάκι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: oxhak, vatër
τζάκι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: камін, асяродак, ачаг, ацепліванне, печ
τζάκι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kamin, kolle, fookus, ahi, katel
τζάκι στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kamin, ognjište, vatra, žarište, peć, štednjak
τζάκι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kandalló, fókusz
τζάκι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: židinys, ugnis, krosnis, viryklė
τζάκι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: chaminé, lareira, foco, fogaça, fogão, fogos, forno, rogar
τζάκι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cămin
τζάκι στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: krb, oheň, pec
τζάκι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: грати, камін, коминок, радіатор, вогнище, горно, парник, піч, фокус, горн, пальник, топка
τζάκι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kominek, ognisko, palenisko
τζάκι στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arina, polttopiste, hella, tulipesä, uuni
τζάκι στα φινλανδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: печка, пещ
τζάκι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: štedilnik
τζάκι στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

τζάκι τσαν, τζάκι γέμελος, τζάκι βιοαιθανόλης θεσσαλονικη, τζάκι σαμούν, τζάκι σαμου, τζάκι κένεντι, τζάκι γέμελος wiki, τζάκι χωρίς καμινάδα, τζάκι καπνίζει, τζάκι τσαν πεθανε