lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τεχνητός

Λεξικό: αγγλικά τεχνητός
Μεταφράσεις: affected, artificial, contrived, factitious, gyro, manmade, man-made, meretricious, mock, phoney, sophisticated, stilted, synthetic
τεχνητός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: afektovaný, falešný, líčený, nepravý, nepřirozený, předstíraný, strojený, umělý, vyumělkovaný
τεχνητός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: affektiert, falsch, künstlich, unecht
τεχνητός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kunstig, syntetisk, unaturlig
τεχνητός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afectado, artificial, postizo, remilgado
τεχνητός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affecté, artificiel, bouffi, cheveux, factice, fausse, maniéré, musqué, postiche, précieux, serpenteau, tendu
τεχνητός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: artefatto, artificiale, artificioso, finto, posticcio
τεχνητός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kunstig, presiøs, syntetisk, unaturlig
τεχνητός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: деланный, искусственен, искусственный
τεχνητός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: affekterad, gripen, imiterad, konstgjord, konstlad, påverkad, pretiös, syntetisk, tillgjord
τεχνητός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: artificial
τεχνητός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ненатуральны, штучны
τεχνητός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: keinotekoinen
τεχνητός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: umjetni, vještački
τεχνητός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: affektált
τεχνητός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dirbtinis
τεχνητός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afectado, artificial, diamante, estudado, fingido, flor, sofisticado
τεχνητός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: artificial
τεχνητός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: зваритися, імітація, наслідування, неприродний, скластися, створений, штучна, штучне, штучний
τεχνητός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: sztuczny
τεχνητός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

τεχνητός χλοοτάπητας, τεχνητός βικιλεξικο, τεχνητός δορυφόρος, τεχνητός νεφρός, τεχνητός σεισμός, τεχνητός φράχτης φυλλωμάτων, τεχνητός χλοοτάπητας τιμές, τεχνητός λεξικό, τεχνητός λειμώνας, τεχνητός καρδιακός βηματοδότης