lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τεράστιος

Λεξικό: αγγλικά τεράστιος
Μεταφράσεις: awful, cavernous, enormous, formidable, gargantuan, great, huge, immeasurable, immense, infinite, jumbo, mighty, monstrous, prodigious, thumping, tremendous, unlimited, vast, whooper, whopping, colossal, giant, gigantic, king-size, mammoth, monster, thumper, thundering
τεράστιος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: enormní, kolosální, náramný, nehorázný, nesmírný, nezměrný, obrovitý, obrovský, ohromný, prostorný, rozsáhlý, širý, velikánský, gigant, gigantický, mamut, mamutí, obr
τεράστιος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausgedehnt, enorm, gewaltig, immens, kolossal, mächtig, riesig, unermesslich, ungeheuer, riesengroß, riesenhaft
τεράστιος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: diger, enorm, himmelvid, svær, uhyre, gigant
τεράστιος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: atroz, colosal, descomunal, desmesurado, enorme, gigante, inmenso, agigantado, brutal, desaforado, fiero, formidable, gigantesco, monstruoso, sumo, tremendo
τεράστιος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: colossal, cyclopéen, énorme, géant, immédiatement, immense, monument, pyramidal, vaste, gigantesque, maous
τεράστιος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: colossale, enorme, immane, immenso, madornale, smisurato, vasto, gigante, gigantesco
τεράστιος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: diger, enorm, himmelvid, kjempestor, svær, uhyre, veldig, gigant, kjempemessig
τεράστιος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: гигантский, громаден, громадный, неизмеримый, необъятный, огромен, огромный, великан
τεράστιος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: diger, enorm, mäktig, ofantlig, svär, väldig, jättelik, jättestor
τεράστιος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: велізарны, велічэзны, вялізарны, вялізны, вялікі
τεράστιος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jättiläismäinen, valtava, jätti, jättiläinen
τεράστιος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hatalmas, óriási, roppant, kolosszális
τεράστιος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: didžiulis, milžinas
τεράστιος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desmesurado, enorme, fabuloso, gigante, gigantesco, imenso, ingente, piramidal, agigantado, descomunal, monstruoso, tremendo
τεράστιος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: colosal, enorm, gigantic, imens
τεράστιος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: obrovský
τεράστιος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: величезний, гористий, грандіозний, грізний, дивовижний, жахливий, колосальний, космічний, масивний, масований, ненормальний, неосяжний, очевидний, потворний, страхітливий, страшний
τεράστιος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ogromny, olbrzymi
τεράστιος στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: великан
τεράστιος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: hiiglane
τεράστιος στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

τεράστιος συνώνυμα, τεράστιος πύθωνας καταπίνει άνθρωπο προσοχή σκληρές εικόνες, τεράστιος πύθωνας καταπίνει άνθρωπο, τεράστιος λευκός καρχαρίας στο παλιούρι χαλκιδικής. 1985, τεράστιος ξιφίας βύθισε ψαράδικο, τεράστιος πύθωνας καταπίνει άνθρωπο σκληρές εικόνες, τεράστιος αστεροειδής κατευθύνεται προς τη γη, τεράστιος δανέζικος σκύλος, τεράστιος αστεροειδείς σε απόσταση αναπνοής από την γη, τεράστιος βικιλεξικο