lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τεντώνω

Λεξικό: αγγλικά τεντώνω
Μεταφράσεις: flex, stretch, tauten, tense, tensest, tighten, exert, strain
τεντώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: napínat, napnout, natáhnout, roztáhnout, vypnout
τεντώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anspannen, einspannen, spannen, straffen, anstrengen
τεντώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: tensar, esforzar
τεντώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bander, tendre
τεντώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: allungare, tendere, aguzzare
τεντώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: spenne, anspenne, spenna, anstrenge
τεντώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: напрягать, напрячь
τεντώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: åtstrama, strama, spänna
τεντώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jännittää, ponnistaa
τεντώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: feszít
τεντώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: napinać, naprężyć, wytężać
τεντώνω στα πολωνική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estacar, esticar
τεντώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anstrenge
τεντώνω στα δανική »

Σχετικές λέξεις

τεντώνω συνώνυμα, τεντώνω στα αγγλικα, τεντώνω συνώνυμο