lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ταπεινώνω

Λεξικό: αγγλικά ταπεινώνω
Μεταφράσεις: cheapen, debase, decline, decrease, depress, descend, dip, drop, lower, reduce, sink, slip, abase, stoop, vilify, humble, humiliate, mortify
ταπεινώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: klesání, klesat, klesnout, klopit, nastavovat, pokles, pokořit, polevit, polykat, ponížit, redukovat, sejít, sestoupit, sestupovat, sjet, sklonit, sklopit, snížení, snížit, snižovat, spouštět, spustit, srazit, stlačit, svěsit, ubýt, ubývat, zeslabit, zlehčit, zmenšit, zmenšovat, zredukovat, degradovat, hanobit, ponižovat, pokořovat, zahanbit
ταπεινώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ermäßigen, herabsetzen, herunterlassen, senken, sinken, demütigen, erniedrigen, entwürdigen
ταπεινώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: nedsætte, retur, sænke, synke, degradere, fornedre, rakke
ταπεινώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bajar, degradar, descender, disminuir, rebajar, abatir, humillar, desentonar, mortificar
ταπεινώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abaisser, baisser, caler, diminuer, rabaisser, ravaler, surbaisser, dégrader, humilier, gifler, mater
ταπεινώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbassare, calare, calo, declinare, diminuire, diminuzione, ribassare, ribasso, scemare, avvilire, degradare, umiliare, mortificare
ταπεινώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dala, forminske, minska, retur, senke, synke, degradere, fornedre, nedlate, rakke
ταπεινώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: понижать, снижать, снизить, принизить, унизить, унижать
ταπεινώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dala, minska, retur, sänka, sjunka, ödmjuka
ταπεινώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbres
ταπεινώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: зніжаць, паніжаць, пускаць, зневажаць, уніжаць
ταπεινώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alentua, aleta, laskeutua, supistaa, vaipua, nöyryyttää
ταπεινώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: silaziti, smanjiti, sniziti
ταπεινώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csökkenés, hanyatlás
ταπεινώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abaixar, degradar, descender, descer, diminuir, reduzir, mortificar
ταπεινώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анулювати, анулюйте, відрізаний, відрізати, гнітити, деградуйте, дисконт, дисконтний, дисконтувати, зменшити, зменшитися, зменштеся, зменшувати, зменшуватися, знижка, знижувати, знижуватися, знизити, знизитись, зріз, косити, нижній, нижче, нижчий, опускати, опускатися, опустити, опуститися, ослабити, ослабляти, підкорити, підкоріть, підкоряти, поглибте, понижати, понижувати, понизити, порвати, поривати, поріз, порізати, пригнітити, пригнічувати, принижати, принизити, принизьте, припинити, припиняти, різати, розрізати, розтинати, скасовувати, скасувати, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, спускати, спускатися, спустити, спуститися, стригти, схилитися, фасон, брутальний, дешевшати, догана, знецініться, знижений, нахилити, нахилитися, нахиляти, нахилятися, недостатній, низький, низько, подешевшати, приборкати, приборкувати, приборкуйте, принижувати, слабкий, сутулість, тихий
ταπεινώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obniżać, poniżyć, upokarzać, upokorzyć
ταπεινώνω στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: ponížiť
ταπεινώνω στα σλοβακική »