lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ταξιδεύω

Λεξικό: αγγλικά ταξιδεύω
Μεταφράσεις: drive, go, motor, ride, travel, tour, fare, journey, trek
ταξιδεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chodit, jezdit, jít, plout, řídit, vést, cestovat
ταξιδεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: befahrene, fahren, gefahren, gehen, heimfahren, hinfahren, reiten, rennen, steuern, reisen, gereist
ταξιδεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bile, da, fare, gå, fjerdes, rejse, remise
ταξιδεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: andar, conducir, ir, rodar, caminar, viajar
ταξιδεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aller, conduire, rouler, voyager
ταξιδεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: andare, guidare, camminare, viaggiare
ταξιδεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: åka, bile, dra, fara, fare, gå, kjøre, reise, resa, ferdes
ταξιδεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ехать, катать, ездить, разъезжать, вояжировать, пропутешествовать, путешествовать, странствовать
ταξιδεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: åka, dra, fara, färdas, gå, resa, rida, ambulera, fare
ταξιδεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shkoj, vete, udhëtoj
ταξιδεύω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адхазiць, хадзiць
ταξιδεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: minema
ταξιδεύω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: astua, kiiriä, kuljettaa, kulkea, ohjata, matkustaa
ταξιδεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: menni, utazni, lovagol, utazgatni, utazgat
ταξιδεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: eiti
ταξιδεύω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: andar, caminhar, carminar, conduzir, ir, rodar, viajar
ταξιδεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: merge
ταξιδεύω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: iti, peljati, voziti
ταξιδεύω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вести, ходити, подорожувати
ταξιδεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jechać, jeździć, podróżować
ταξιδεύω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: putovati
ταξιδεύω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

ταξιδεύω - tiny jackal, ταξιδεύω το εγώ μου, ταξιδεύω - tiny jackal (στίχοι), ταξιδεύω συνώνυμα, ταξιδεύω - στιχοιμα, ταξιδεύω στίχοι, ταξιδεύω με το τρένο, ταξιδεύω στιχοιμα stixoi, ταξιδεύω ελβετία με ταυτότητα