lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τακτοποιώ

Λεξικό: αγγλικά τακτοποιώ
Μεταφράσεις: arrange, compose, order, readjust, routine, settle, straighten, straightened, tidy, trim, trimness, cast, clump, collocate, file, stipulate, transact, adjust, fix, rearrange, regularize, sort, straight, furnish, institute, mount, nestle, organize, plant, dispatch, negotiate
τακτοποιώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nařídit, narovnat, pořádat, poupravit, přikázat, rozkazovat, seřadit, sjednat, upravit, upravovat, urovnat, uspořádat, vyřídit, zařídit, zařizovat, zprostředkovat, dávat, hromadit, lít, naházet, nahromadit, sázet, srovnat, stavět, uložit, umístit, vyjednávat, založit, zařadit, očistit, přizpůsobit, řadit, rovnat, sjednotit, stanovit, uklidit, uklízet, nasadit, nastrčit, organizovat, posadit, postavit, sestavit, umísťovat, vybavit, vybavovat, zavést, vystrojit, proplatit
τακτοποιώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anordnen, befehlen, einordnen, ordnen, aufsetzen, auseinandersetzen, legen, unterhandeln, verhandeln, zurechtlegen, angeordnet, eingestuft, herrichten, zurechtmachen, arrangieren, aufbauen, aufmachen, einrichten, veranstalten, zurechtzulegen, abfertigen, abtun, besorgen, erledigen, handhaben, verrichten
τακτοποιώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: befale, ordne, forhandle, arrangere, møblers
τακτοποιώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ajustar, arreglar, concertar, coordinar, desenredar, disponer, enderezar, ordenar, regular, componer, poner, tejer, organizar, despachar
τακτοποιώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agencer, aménager, arranger, caser, classer, goupiller, ordonner, rajuster, rassembler, arrange, arrimer, combiner, disposer, embroncher, enchevaucher, entasser, mettre, pactiser, parlementer, pyramider, ranger, recomposer, symétriser, transiger, approprier, débrouiller, nettoyer, range, accommoder, installer, ménager, organiser, ajuster, concerter, expédier, procurer, régler
τακτοποιώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assettare, comandare, combinare, ordinare, riaggiustare, sistemare, acconciare, patteggiare, aggiustare, riordinare, arredare, impiantare, organizzare, accomodare, conciliare, provvedere, sbrigare
τακτοποιώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: befale, greie, ordne, forhandle, ordna, arrangere, innrette, anlegge, anordna, møblers, avfatta, hand
τακτοποιώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: приказывать, юстировать, слагать, укладывать, улаживать, упорядочить, благоустраивать, организовать, справлять, устраивать, уложить, делать
τακτοποιώ στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: järjestää, käskeä, koota, määrätä, asentaa, asettaa, sisustaa
τακτοποιώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: urediti, prilagoditi
τακτοποιώ στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: arranjar, arrumar, endereçar, mandar, ordenar, prescrever, poder, arregala, organizar, arrancar, despachar
τακτοποιώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aranja
τακτοποιώ στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: porządkować, układać, uporządkować, urządzać, ułożyć, załatwiać
τακτοποιώ στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ordna, anordna, anställa, etablera, möblera, avfatta, ställa, hand
τακτοποιώ στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alakul, lefektetni, rakosgat, rendezni, elrendezni, intézni
τακτοποιώ στα ουγγρική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: paigaldama
τακτοποιώ στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

τακτοποιώ ονειροκρίτης, τακτοποιώ αγγλικα, τακτοποιώ λεξικο, τακτοποιώ συνώνυμο