lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τίμιος

Λεξικό: αγγλικά τίμιος
Μεταφράσεις: honest, kind-hearted, fair, legitimate, legitimize, recto, righteous, right-hand, upright, virtuous, advisable, just, reliable, true, artless, bluff, bona-fide, candid, clean, devout, direct, downright, frank, franked, free-spoken, genuine, guileless, heartfelt, heart-felt, heartiest, heart-to-heart, hearty, ingenuous, man-to-man, natural, open, openhearted, open-hearted, outright, outspoken, plain, round, sincere, straight, straightforward, unaffected, unreserved, unsophisticated, aboveboard, clean-handed, faithful, honourable
τίμιος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čestný, otevřený, počestný, poctivý, kolmý, legitimní, oprávněný, pravý, přímo, přímý, rovný, rozumný, slušný, spolehlivý, svislý, upřímný, zákonitý, zákonný, zpříma, věrný, bezelstný, čistý, jednoduchý, kruh, kruhový, kulatý, naivní, naturální, nelíčený, nepokrytý, nevinný, okrouhlý, opravdový, přírodní, přirozený, prostý, skutečný, učiněný, volný, vrozený, ctihodný, otevřeně, rovně, vážený
τίμιος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bieder, ehrlich, gutmütig, redlich, wacker, ehrenhaft, gerade, legitim, recht, rechte, rechtschaffen, aufrichtig, fair, reell, solide, arglos, echt, ernstlich, fein, freimütig, gediegen, kreisförmig, kreisrund, lauter, naiv, offenherzig, rein, ringförmig, rund, unverhohlen, wahrhaft, loyal
τίμιος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ærlig, høre, rank, real, redelig, ægte, enkel, enkelt, frimodig, inder, inderlig, naturlig, rund, direkte, hæderlig, lige, ret, retskaffen, tro
τίμιος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bonachón, honrado, probo, recto, derecho, diestro, entero, honesto, íntegro, leal, concienzudo, serio, abierto, campechano, cándido, franco, ingenuo, real, redondo, sincero, veraz, verdadero, decoroso
τίμιος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brave, droit, honnête, probe, dextre, droguiste, légitime, loyal, noble, solide, candidate, candide, franc, ingénu, naïf, naturel, partie, rond, simple, sincère, vrai, honorable
τίμιος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: onesto, dabbene, destro, leale, legalitario, legittimo, retto, ritto, schietto, coscienzioso, candido, franco, genuino, greggio, ingenuo, liscio, mero, naturale, piano, pulito, rotondo, semplice, sincero, vero, dritto, fido
τίμιος στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: добродушный, правый, честный, верный, надежный, бесхитростный, искренен, искренний, круглый, настоящий, откровенен, откровенный, открытый, прямой, чистосердечен, чистосердечный, честен
τίμιος στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: rehellinen, rehti, laillinen, oikeutettu, suora, aito, avoin, erä, tosi, kunniallinen, uskollinen
τίμιος στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: honesto, honrado, recto, enterro, cândido, franco, real, redondo, sentido, sincero, veraz, decoroso, escrupuloso, fiel, honor, íntegro, leal
τίμιος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cinstit, drept
τίμιος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: čestný
τίμιος στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: poczciwy, prawy, rzetelny, szczery, uczciwy
τίμιος στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ærlig, høyre, rank, real, redelig, rett, rettskaffen, omsorgsfull, reell, renhårig, åpen, åpenhjertig, åpenlys, ekte, frimodig, inder, inderlig, likefrem, oppriktig, sirkelrund, hederlig, tro
τίμιος στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: höger, rätt, real, ärlig, omsorgsfull, redlig, renhårig, skötsam, frimodig, uppriktig, hederlig, rejäl
τίμιος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: невінаваты, правы, адкрыты, круглы, чыстасардэчны, шчыры, сумленны
τίμιος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: becsületes, jobb, jogos, mesterkéletlen, nyíltszívű, őszinte
τίμιος στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виправити, виправитися, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, вірний, вірно, зовсім, направо, повністю, правий, правильний, правильно, право, прямий, прямо, прямої, справедливий, справедливо, безсторонній, благородний, відвертий, горбкуватий, експансивний, завдаток, запорука, звичайний, зрозумілий, істинний, круглий, набожний, невигадливий, неупереджений, однокольоровий, очевидний, порука, прозорий, простий, рівний, рівнина, серйозний, справжній, чесний, щирий, щиросердечний, щиросердий, щиросердний, ясний, бездоганний, білявий, значний, неабиякий, непоганий, одноокий, почесний, прекрасний, приємний, русявий, світлий, спортсмен, спортсменський, чималий, ярмарок
τίμιος στα ουκρανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pošten, istinit, otvoreno, vjeran
τίμιος στα κροατικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: frank, siiras, tõeline
τίμιος στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apskritas, apvalus, tikras
τίμιος στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: odprt, odprto, okrogel
τίμιος στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

τίμιος σταυρός, τίμιος σταυρός χολαργού, τίμιος πρόδρομος, τίμιος σταυρός κλινική, τίμιος σταυρός χολαργός, τίμιος σταυρός κλινική λάρνακα, τίμιοσ σταυρόσ παπάγου, τίμιος πρόδρομος σερρών, τίμιος σταυρός στην κύπρο, τίμιος σταυρός αγία παρασκευή