lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τέχνασμα

Λεξικό: αγγλικά τέχνασμα
Μεταφράσεις: artifice, ploy, ruse, stratagem, subterfuge, trick, wile, dodge, gimmick, knack, art, artistry, artlessly, championship, drama, each, pastoral, piece, play, stunt, thriller, topiary, workmanship, ability, address, adroitness, agility, artfulness, cleverness, craft, cunning, dexterity, expedition, facility, handier, handiness, skill, sleight, sufficiency
τέχνασμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dovednost, finta, úskok, fígl, trik, díl, hra, kousek, kus, šikovnost, součást, umění, zručnost, adresa, agilnost, bystrost, chytrost, čilost, důvtip, hbitost, lehkost, obratnost, prohnanost, schopnost, vynalézavost, živnost
τέχνασμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kniff, kunstgriff, trick, kunststück, list, arte, bruchstück, kunst, stück, teil, adresse, anschrift, fertigkeit, geschick, geschicklichkeit, gewandtheit
τέχνασμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fint, kneb, knep, kunst, list, trick, bit, del, stykke, adresse, slug
τέχνασμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: maniobra, treta, artificio, truco, arte, fragmento, parte, pedazo, pieza, res, trozo, agilidad, amaño, capacidad, destreza, dirección, habilidad, industria, ingenio, maestría, maľa, maña, pericia, primor, señas, tino
τέχνασμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: artifice, feinte, grandes, manigance, stratagème, truć, feu, ficelle, finasserie, ruse, truc, art, bouilli, carotte, chorégraphie, coloris, dialogisme, émaillure, escamotage, glycérine, imbroglio, ivoirerie, morceau, partie, pièce, plomberie, adresse, agilité, dextérité, doigté, habileté, industrie, légèreté, politique, savoir-faire, subtilité
τέχνασμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: trucco, arnese, astuzia, furberia, scaltrezza, arte, brano, gioco, parte, pezza, pezzo, abilità, accortezza, destrezza, indirizzo, maestria, perizia, recapito
τέχνασμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fint, knep, kunst, list, trikk, bit, del, matlagning, skuespill, stykke, adresse, ervervelse, ferdighet, fingerferdighet, slug
τέχνασμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ухищрение, фортель, пьеска, хитрость, штучка, искусство, кусок, пьеса, часть, штука, адрес, ловкость, приобретение
τέχνασμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fint, knep, konst, trick, bit, stycke, adress, adressera, skicklighet, slug, utanskrift
τέχνασμα στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: фортэль, штучка, мастацтва, штука, адрас, ёмкасць
τέχνασμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: metku, juoni, temppu, kappale, osa, pala, shakkinappula, taide, taito, elinkeino, joutuisuus, kerkeys, osoite, sukkeluus, taitavuus
τέχνασμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hadicsel, művészet, agilitás, fürgeség, gyakorlottság, ipar, ügyesség
τέχνασμα στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: treta, artificio, troco, truque, arte, bocado, fragmento, naco, parte, pedaço, agilidade, capacidade, despachado, destino, destreza, endereço, industria, primor, sobrescrito, soltura, tino
τέχνασμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: şiretlic, artă, bucată, adresă, îndemânare
τέχνασμα στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: фортель, штучка, виріб, екземпляр, копіювати, копія, кусок, майстерність, мистецтво, примірник, ремесло, середньовіччя, скопіювати, спритність, судно, штука, акуратність, вправність, звичка, здатність, здібність, можливість, наука, обдарованість, поліс, політика, придатність, спроможність, уміння
τέχνασμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: fortel, sztuczka, sztuka, zręczność
τέχνασμα στα πολωνική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gudrybė, dalis, gabalas, menas, sklypas, adresas
τέχνασμα στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: trik
τέχνασμα στα σλοβακική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: art, copë, pjesë, adresë
τέχνασμα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: игра, адрес, изкуство, подвижност
τέχνασμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kunst, tükk
τέχνασμα στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: komad, umjetnost, spretnost
τέχνασμα στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: kos, umetnost, naslov
τέχνασμα στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

τέχνασμα του θεμιστοκλή, τέχνασμα συνώνυμο, τέχνασμα συνωνυμο, τέχνασμα fourier