lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σύντομος

Λεξικό: αγγλικά σύντομος
Μεταφράσεις: brief, briefer, briefness, compendious, concise, short, succinct, curt, laconic, pithy, stringent, succinctness, terse
σύντομος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: krátce, krátký, souhrn, strohý, stručný, zhuštěný, jadrný, lakonický, lapidární, omezený, sevřený, skoupý, úsečný
σύντομος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kurz, bündig, gedrungen, knapp, lakonisch
σύντομος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kort, kortfattet, fyndig, lakonisk, prægnant
σύντομος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: breve, conciso, corto, sucinto, lacónico, preciso
σύντομος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bref, brève, court, sommaire, succinct, concis, étriqué, laconique, lapidaire, ordre, serré
σύντομος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: breve, corto, succinto, stringato
σύντομος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kort, kortfattet, liten, fyndig, konsis, lakonisk, pregnant, sammentrengt
σύντομος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: короткий, короток, краткий, краток, лаконичный, сжатый
σύντομος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kort, kortfattad, liten, fyndig, koncis, lakonisk, pregnant
σύντομος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кароткi, кароткі, сціслы, в, сціснуты
σύντομος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lyhyt, suppea
σύντομος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kratak
σύντομος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kurta, rövid, velős, lakonikus
σύντομος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: trumpas
σύντομος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abreviado, breve, conciso, corto, curto, fugaz, lacónico, resumido, sucinto, sumário, preciso
σύντομος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: scurt
σύντομος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: kratek
σύντομος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: krátky
σύντομος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: короткий, скудний, стислий, телеграфний, уривчастий, близький, близько, завершення, закривати, закрити, закриття, зачинити, зачиняти, компактний, стиснений, стиснутий, суворий
σύντομος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: krótki, zwięzły
σύντομος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σύντομος συνώνυμο, σύντομος εισαγωγή εις την παλαιάν διαθήκη, σύντομος αντίθετο, σύντομος κωδικός, σύντομοσ οδηγόσ για έναν ευτυχισμένο γάμο, σύντομος κύκλος περιόδου, σύντομος δρόμος, σύντομος στα αγγλικα, σύντομος μετάφραση