lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σύνταγμα

Λεξικό: αγγλικά σύνταγμα
Μεταφράσεις: build, building, composition, constitution, construction, erection, formation, habit, ship, structure, texture, regiment, cache, complement, depository, depot, dump, line-up, magazine, makeup, make-up, repository, selling, staple, stock, stockpile, stockroom, storage, store, storeroom, typesetting, warehouse, yard, establishment, institution, act, copyright, law, statute
σύνταγμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: budova, budování, kompozice, konstituce, loď, povaha, sestava, sestrojení, skládání, skladba, sloh, složení, stavba, stavění, struktura, textura, tkanivo, ústava, vazba, vybudování, výstavba, založení, zřízení, pluk, depo, depozitář, krám, magazín, obchod, ohrada, rezerva, sklad, skladiště, skládka, vklad, vozovna, zásoba, instituce, podnik, ustanovení, ústav, zařízení, závod, právo, předpis, zákon
σύνταγμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abbau, aufbau, bau, baustelle, bauwerk, gebäude, gefüge, herausbildung, konstitution, konstruktion, struktur, einrichtung, grundgedanke, staatsgrundgesetz, verfasser, verfassung, regiment, ablage, aufbewahrung, bestand, depot, geschäft, komposition, laden, lager, lagerbestand, lagerhaus, lagerraum, magazin, masse, speicher, stapel, vorrat, zusammensetzung, anstalt, aufnahme, bestellung, institution, niederlassung, gesetz, satzung
σύνταγμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bygning, forfatning, konstruktion, struktur, regiment, butik, depot, forråd, forretning, lager, magasin, remise, anstalt, institution, stiftelse, lov
σύνταγμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: constitución, construcción, edificio, estructura, organización, regimiento, acervo, almacén, barraca, bodega, composición, compostura, consistencia, depósito, provisión, tienda, establecimiento, institución, estatuto, ley
σύνταγμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chantier, constitution, construction, contexture, édification, membrure, restructure, structure, organisation, tempérament, régiment, charbonnerie, charnier, composition, dépôt, entrepôt, magasin, paneterie, stock, établissement, instauration, institution, loi, loi-cadre, règlement, statut
σύνταγμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: composizione, costituzione, costrutto, costruzione, edificio, edilizia, formazione, struttura, reggimento, deposito, impresa, magazzino, negozio, scorta, istituzione, stabilimento, legge, statuto
σύνταγμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anlegg, byggverk, bygning, oppbygning, struktur, forfatning, grunnlov, konstitusjon, regiment, avlagring, butikk, depot, forråd, fyndighet, lager, magasin, pakkhus, anstalt, institusjon, nedsettelse, stiftelse, lov, resolusjon
σύνταγμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: здание, конституция, постройка, сооружение, строительство, стройка, структура, полк, завертывание, завёртывание, запас, кладовая, магазин, склад, состав, шток, учреждение, закон
σύνταγμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anlägg, anläggning, byggnad, struktur, författning, grundlag, konstitution, regemente, regiment, avlagring, deponera, förråd, fyndighet, insättning, lager, magasin, packhus, anstalt, lov
σύνταγμα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndërtesë, ligj
σύνταγμα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: здание, конституция, кораб, сграда, структура, полк, магазин, склад, учреждение, закон, устав
σύνταγμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: будаўніцтва, будоўля, збудаванне, структура, канстытуцыя, полк, магазын, склад, закон
σύνταγμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ehitis, ehitus, koostamine, ladu, pood, varu, asutus, institutsioon, seadus
σύνταγμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laiva, perustuslaki, rakenne, rakennus, rykmentti, kauppa, kerrostuma, kokoomus, myymälä, puoti, sakka, sävellys, talletus, varasto, varikko, laitos, laki, ohjesääntö
σύνταγμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: struktura, ustav, skladište, stovarište, institucija, statut, zakon
σύνταγμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alkotás, alkotmány, építés, építkezés, hajó, kompozíció, szövet, ezred, bolt, összetétel, raktár, szedés, tölténytár, intézet, alapszabály, törvény
σύνταγμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: konstitucija, konstrukcija, pastatas, sandara, statinys, pulkas, atsarga, depas, krautuvė, parduotuvė, parkas, sandėlis, institucija, įstaiga, dėsnis, įstatymas
σύνταγμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: arquitectura, construção, edifício, estrutura, teia, regimento, acervo, armazém, bodega, composição, compostura, depósito, loja, venda, instituição, estatuto, lei
σύνταγμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: clădire, constituţie
σύνταγμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: stavba, zgradba, skladišče, trgovina, zakon
σύνταγμα στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: výstavba, ústava, regiment, zákon
σύνταγμα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: будинок, будівельний, будівля, будівництво, будова, будування, випрямляння, дім, ерекція, зведення, конструкція, матеріал, монтажний, побудова, приміщення, споруда, спорудження, споруду, структура, тканина, конституція, органічний, полк, ангар, арсенал, банк-депозитарій, банк-хранитель, вклад, грим, депо, депозитарій, запас, зберігання, косметика, нагромадження, склад, схов, сховище, декрет, загін, загоне, закон, законодавство, запровадження, засада
σύνταγμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: budowa, konstytucja, pułk, skład, ustanowienie, ustawa
σύνταγμα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σύνταγμα της ελλάδας, σύνταγμα τώρα, σύνταγμα 1844, σύνταγμα 1975, σύνταγμα της επιδαύρου, σύνταγμα 1864, σύνταγμα του 1844, σύνταγμα πεζικού (9ο σπ) (καλαματα), σύνταγμα ελλάδας, σύνταγμα του 1952