lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σύνθεση

Λεξικό: αγγλικά σύνθεση
Μεταφράσεις: composition, dance, makeup, make-up, theme, cache, complement, constitution, depository, depot, dump, line-up, magazine, repository, selling, staple, stock, stockpile, stockroom, storage, store, storeroom, typesetting, warehouse, yard, essay, complex, compound, reposition
σύνθεση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kompozice, skládání, skladba, složení, stavba, depo, depozitář, konstituce, krám, magazín, obchod, ohrada, rezerva, sestava, sklad, skladiště, skládka, ústava, vklad, vozovna, zásoba, zřízení, deponování
σύνθεση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bau, komposition, ablage, aufbewahrung, bestand, depot, geschäft, konstitution, laden, lager, lagerbestand, lagerhaus, lagerraum, magazin, masse, speicher, stapel, vorrat, zusammensetzung, aufsatz, ausarbeitung, niederlegung
σύνθεση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: emne, tema, butik, depot, forfatning, forråd, forretning, lager, magasin, remise, stil
σύνθεση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: composición, compostura, acervo, almacén, barraca, bodega, consistencia, constitución, depósito, provisión, tienda, redacción, poner
σύνθεση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: composition, construction, chantier, charbonnerie, charnier, constitution, dépôt, entrepôt, magasin, paneterie, stock, élaboration, consignation, production
σύνθεση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: composizione, costituzione, deposito, impresa, magazzino, negozio, scorta
σύνθεση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: komposisjon, sammensetning, avlagring, butikk, depot, forråd, fyndighet, lager, magasin, pakkhus, stil, brytning
σύνθεση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: композиция, завертывание, завёртывание, запас, кладовая, конституция, магазин, склад, состав, шток, сочинение, сложение
σύνθεση στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кампазіцыя, магазын, склад
σύνθεση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: koostamine, ladu, pood, varu
σύνθεση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aihe, kokoomus, rakenne, sävellys, kauppa, kerrostuma, myymälä, perustuslaki, puoti, sakka, talletus, varasto, varikko
σύνθεση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kompozíció, alkotás, alkotmány, bolt, összetétel, raktár, szedés, tölténytár
σύνθεση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assunto, composição, compostura, tema, acervo, armazém, bodega, depósito, loja, venda
σύνθεση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: композиція, склад, сплетення, твір, ангар, арсенал, банк-депозитарій, банк-хранитель, вклад, грим, депо, депозитарій, запас, зберігання, конституція, косметика, нагромадження, схов, сховище
σύνθεση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kompozycja, skład, wypracowanie, złożenie
σύνθεση στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avlagring, deponera, förråd, fyndighet, insättning, lager, magasin, packhus, stil, brytning
σύνθεση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: конституция, магазин, склад
σύνθεση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: skladište, stovarište, ustav
σύνθεση στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atsarga, depas, konstitucija, krautuvė, parduotuvė, parkas, sandėlis
σύνθεση στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: constituţie
σύνθεση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: skladišče, trgovina
σύνθεση στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

σύνθεση κυβέρνησης, σύνθεση σαλονιού, σύνθεση δυνάμεων, σύνθεση χρωμάτων, σύνθεση υπολογιστή, σύνθεση βουλής, σύνθεση συνώνυμα, σύνθεση φωτογραφίας, σύνθεση εαυτού, σύνθεση μισθοδικείου