lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σύγχυση

Λεξικό: αγγλικά σύγχυση
Μεταφράσεις: blending, confusion, shuffle, abashment, awkwardness, baffling, confound, embarrassment, nonplus, perplexity, bewilderment, disarray, helter-skelter, maelstrom, muddle, muss
σύγχυση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nepořádek, záměna, zaměňování, zmatek, překážka, rozpačitost, rozpaky, těžkosti, trapnost, zmatenost
σύγχυση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: vermischen, verwechslung, verwirrung, verlegenheit, chaos, wirrwarr
σύγχυση στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: confusión, consternación, perplejidad, alboroto, barullo, caos, desconcierto, desorden, disturbio, enredo, estruendo, lío, remolino, tempestad, trapisonda, trastorno, turbación
σύγχυση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chaos, confusion, désordre, liage, promiscuité, embarras, gêne, perplexité, bagarre, brouillamini, cohue, dérangement, désarroi, gâchis, méli-mélo, tohu-bohu, trouble
σύγχυση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: confusione, garbuglio, soqquadro, imbarazzo, impaccio, perplessità, disordine
σύγχυση στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: перепутывание, смешение, замешательство, беспорядок, бестолковщина, кутерьма, неразбериха, суматоха
σύγχυση στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hämminki, mylläkkä, sekaannus, pula, epäjärjestys, sotku, tyrmistys
σύγχυση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: zbrka, zabuna, nered
σύγχυση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: keveredés, összetévesztés, hüledezés, rendetlenség, zavar
σύγχυση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: confusa, confusão, aperto, embaraço, estorvo, óbice, perplexidade, enredo
σύγχυση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zmätok, rozpaky
σύγχυση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pomieszanie, zakłopotanie, zamęt
σύγχυση στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forlegenhed, forvirring, uorden
σύγχυση στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forlegenhet, forvirring, uorden
σύγχυση στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: villervalla
σύγχυση στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: блытаніна, неразбярыха
σύγχυση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: korratus, segiolek
σύγχυση στα εσθονική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: замішання, збентеження, зніяковіння, плутанина
σύγχυση στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

σύγχυση συνώνυμο, σύγχυση αισθημάτων, σύγχυση σκέψης, σύγχυση σύγχυση, σύγχυση φύλου, σύγχυση ετυμολογία, σύγχυση ταυτότητας, σύγχυση λεξικό, σύγχυση συμπτώματα, σύγχυση ορισμός