lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σωματικός

Λεξικό: αγγλικά σωματικός
Μεταφράσεις: bodily, carnal, corporal, corporeal, physical, sexual, blue-collar, manual, physicals
σωματικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: fyzický, fyzikální, hmotný, smyslný, tělesný
σωματικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: körperlich, leiblich, physikalisch, physisch
σωματικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fysisk, legemlig
σωματικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: carnal, corporal, corpóreo, físico, material
σωματικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: charnel, corporel, matériel, physique, somatique
σωματικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: carnale, corporale, corporeo, fisico, materiale
σωματικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fysisk, kjødelig, legemlig
σωματικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: телесный, физический
σωματικός στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: цялесны, фізічны
σωματικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: fysikaalinen, ruumiillinen
σωματικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: testi, fizikai
σωματικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: fizinis
σωματικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: carnal, corporal, corpóreo, físico, material
σωματικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: fizic
σωματικός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: тілесний, зовнішній, фізичний
σωματικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cielesny, fizyczny
σωματικός στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fysisk
σωματικός στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

σωματικός εκφοβισμός, σωματικόσ έλεγχοσ, σωματικός πόνος, σωματικός μωσαϊκισμός, σωματικός δείκτης