lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σχολιάζω

Λεξικό: αγγλικά σχολιάζω
Μεταφράσεις: annotate, comment, include, account, construe, expound, illustrate, interpret
σχολιάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: komentovat, kritizovat, ilustrovat, objasnit, vykládat, vyložit, vysvětlit, vysvětlovat, znázornit
σχολιάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: interpretieren, kommentieren, aufklären, erklären, erläutern, illustrieren
σχολιάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kommentar, erklære, illustrere, informere, tolke, tyde
σχολιάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: comentar, glosar, aclarar, alumbrar, dilucidar, explanar, explicar, exponer, ilustrar, interpretar
σχολιάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: commenter, expliquer, gloser, éclaircir, éclairer, élucider, illustrer, renseigner
σχολιάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: commentare, illustrare, spiegare
σχολιάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kommentar, erklære, forklare, illustrere, informere, opplyse, redegjøre, tolke, tyda, tyde
σχολιάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: комментировать, иллюстрировать, объяснять
σχολιάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anmärkning, kommentar, förklara, tyda
σχολιάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: komentoj
σχολιάζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: каменціраваць
σχολιάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: comentar, glosar, explicar, iluminar, ilustrar, interpretar
σχολιάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: коментувати
σχολιάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: komentować, objaśniać
σχολιάζω στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kuvittaa, selittää
σχολιάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megmagyarázni
σχολιάζω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

σχολιάζω συνώνυμα, σχολιάζω στα αγγλικά, σχολιάζω συνώνυμο