lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σχετικός

Λεξικό: αγγλικά σχετικός
Μεταφράσεις: pertinent, referential, relative, relevant, respective
σχετικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dotyčný, poměrný, příslušný, relativní, vzájemný, vztažný
σχετικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: betreffend, bezüglich, diesbezüglich, einschlägig, jeweilig
σχετικός στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: referente, relacionado, relativo, respectivo
σχετικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: relatif, respectif
σχετικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: attinente, relativo, rispettivo
σχετικός στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: относительный, соответствующий
σχετικός στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: suhteellinen
σχετικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: relatív, vonatkozó
σχετικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: relacionado, relativo, respectivo
σχετικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odnośny
σχετικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σχετικός κίνδυνος, σχετικός συνώνυμα, σχετικός βαθμός ρευστότητας του ενεργητικού σε σχέση με το παθητικό, σχετικός και απόλυτος υπερθετικός, σχετικόσ υπερθετικόσ, σχετικός υπερθετικός βαθμός, σχετικός λόγος, σχετικός προσανατολισμός, σχετικός στα ελληνικά, σχετικός λόγος πιθανοτήτων