lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σχεδιάζω

Λεξικό: αγγλικά σχεδιάζω
Μεταφράσεις: arrange, plan, schedule, scheme, suggest, anticipate, contemplate, design, intend, mean, propose, purpose
σχεδιάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: navrhovat, plánovat, pořádat, projektovat, zařídit, zařizovat, chtít, hodlat, mínit, myslet, nabídnout, navrhnout, předložit, přemýšlet, uvažovat
σχεδιάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: entwerfen, gleiten, planen, vorhaben, vorsehen, ausholen, beabsichtigen, beantragen, denken, gedenken, vorschlagen, wollen
σχεδιάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: planlægge, ase, byde, esse, foreslå, plan, tilbyde, ville
σχεδιάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: allanar, aplanar, designar, emparejar, planear, planificar, plantear, proyectar, intentar, pensar, pretender, proponer, proponerse, sugerir
σχεδιάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: organiser, planifier, projeter, buter, envisage, penser, prétend, prétendre, proposer, songer
σχεδιάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: combinare, pianificare, progettare, sistemare, intendere, pensare, proporre
σχεδιάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: planlegge, akte, avse, avsikt, esle, foreslå, plan, tenke, tilsikte, utkast, ville
σχεδιάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: планировать, предназначать
σχεδιάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: planera, planlägga, projektera, ämna, åsyfta, avse, avsikt, plan, reflektera, utkast
σχεδιάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: планіраваць
σχεδιάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kavandama
σχεδιάζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: järjestää, suunnitella, aikoa, ajatella, ehdottaa, esitellä, miettiä
σχεδιάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: planirati, namjeravati
σχεδιάζω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tervez, tervezni, akarni, szándékozni
σχεδιάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: designar, planear, projectar, achar, intentar, pensar, planejar, pretender, sugerir
σχεδιάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: креслення, креслити, літак, міркувати, міркуйте, планувати, плаский, плоский, площина, проект, роздумувати, сюжет
σχεδιάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: planować, zamierzać
σχεδιάζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σχεδιάζω συνώνυμα, σχεδιάζω παράλληλες μεταξύ τους ευθείες, σχεδιάζω κάθετες μεταξύ τους ευθείες, σχεδιάζω παράλληλες ευθείες, σχεδιάζω ένα τετράπλευρο που να έχει δύο ορθές και καθόλου παράλληλες πλευρές, σχεδιάζω το σπίτι μου, σχεδιάζω γωνίες, σχεδιάζω την κουζίνα μου, σχεδιάζω ρούχα, σχεδιάζω σύνταξη ευέλικτα