lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σχέση

Λεξικό: αγγλικά σχέση
Μεταφράσεις: account, coverage, narrative, relation, relationship, attitude, bearing, intercourse, liaison, ratio, screw, sex, term, venery, association, bond, close, communication, compound, conjunction, connection, connexion, covenant, entanglement, federation, fellowship, interrelation, league, nexus, relatedness, relevance, report, union, wedlock
σχέση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: konto, líčení, poměr, povídka, příběh, referát, relace, souvislost, spojení, účet, vyprávění, vztah, závislost, zpráva, obcování, styk, asociace, federace, jednota, kombinace, kompozitum, konfederace, liga, odbory, pouto, příbuzenství, příbuznost, sdružení, sdružený, sdružování, sloučenina, složený, směs, spoj, spojitost, spojování, společenství, společnost, spolek, svaz, svazek, svornost, vázání, vazba
σχέση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aussage, bericht, beziehung, konto, rechnung, relation, verhältnis, verkehr, assoziation, bezug, bindung, bund, bündnis, föderation, gemeinschaft, gewerkschaft, liga, referat, union, verband, verbindung, verein, vereinigung, verknüpfung, zusammenhang
σχέση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beretning, forbindelse, forhold, fortælling, historie, konto, analogi, samkvem, anknytning, band, bånd, fagforening, føderation, forbund, forening, liga, relevans, sammenslutning, selskab, sovjetunionen, union
σχέση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cuenta, narración, relación, relato, coito, proporción, respecto, alianza, asociación, coalición, compuesto, conexión, conjunción, enlace, federación, liga, sindicato, sociedad, unión, vínculo
σχέση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compte, compte-rendu, interrelation, rapport, récit, relation, corrélation, mesure, proportion, affinité, alliance, amalgame, association, basoche, chemise, cohérence, combinaison, composé, confédération, connexion, connexité, fédération, filiation, fonction, liaison, lien, ligue, société, syndicat, trade-union, union
σχέση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: conto, racconto, rapporto, referto, relazione, rendiconto, proporzione, associazione, collegamento, composto, federazione, lega, legame, nesso, servizio, sindacato, unione, vincolo
σχέση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beretning, forhold, historie, konto, relasjon, analogi, forbindelse, proporsjon, samkvem, allianse, anknytning, band, ekteskap, fagforening, forbund, forening, konjunksjon, liga, relevans, samband, samfunn, sammenheng, sammenslutning, selskap, sovjetunionen, union
σχέση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: донесение, отношение, пропорция, соотношение, ассоциация, лига, объединение, связь, союз, федерация
σχέση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beräkning, beredning, framställning, mellanhavande, räkenskap, räkning, analogi, förbindelse, förhållande, proportion, relation, allians, anknytning, band, förbund, förening, liga, relevans, sällskap, samband, samfund, sammanhang, släktskap, union
σχέση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: llogari, bashkim, lidhje
σχέση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: отношение, асоциация, брак, федерация
σχέση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: konto, liit, ühendus
σχέση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kertomus, lasku, selonteko, suhde, tili, ammattiyhdistys, avioliitto, liitto, liittokunta, liittovaltio, yhdistys, yhteys
σχέση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: odnos, spoj
σχέση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beszámolás, elbeszélés, viszony, kapcsolat, egylet, kontakt, kötelék, összefüggés, rokonság, vegyület
σχέση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sąskaita, asociacija, federacija, lyga, sąjunga, susivienijimas
σχέση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: conta, conto, cruenta, narraria, narrativa, relato, relatório, coito, enlace, aliança, associação, companhia, composto, federação, sindicato, sociedade, vínculo
σχέση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vzťah, pomer
σχέση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: relacja, stosunek, związek
σχέση στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: стаўленне
σχέση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відношення, відчуття, доречність, залежність, поведінка, поза, позиція, постава, поставити, почуття, родич, співвідношення, ставити, ставлення, чуття, союз
σχέση στα ουκρανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: asociaţie
σχέση στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

σχέση απο απόσταση, σχέση εξαρτημένης εργασίας, σχέση γλώσσας και πολιτισμού, σχέση με μεγαλύτερο, σχέση με μικρότερο, σχέση με μεγαλύτερο άντρα, σχέση εξ αποστάσεως, σχέση με μεγαλύτερη γυναίκα, σχέση ονειροκρίτης, σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου