lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σφραγίδα

Λεξικό: αγγλικά σφραγίδα
Μεταφράσεις: brand, hallmark, hall-mark, impression, slur, stamp, stigma
σφραγίδα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: blizna, cejch, jizva, otisk, otištění, pečeť, pošpinění, punc, ráz, razítko, skvrna, stigma, značka, znamení, znaménko, známka
σφραγίδα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausführung, brandmal, fleck, gepräge, klecks, makel, mal, marke, schandfleck, schmutzfleck, stempel
σφραγίδα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fleks, klat, mærke, plet
σφραγίδα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: borrón, cuño, estigma, hierro, mancha, marca
σφραγίδα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cachet, empreinte, estampille, flétrissure, marque, stigmate, tache
σφραγίδα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: chiazza, impronta, macchia, marchio, orma, stigma
σφραγίδα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avtrykk, brennemerke, flekk, merke, preg
σφραγίδα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: клеймо, отпечаток, пятно
σφραγίδα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: märke
σφραγίδα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: клеймо
σφραγίδα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кляймо
σφραγίδα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jälki, leima, tahra
σφραγίδα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mrlja
σφραγίδα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bibe, sebhely, szégyenfolt
σφραγίδα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dėmė, fasonas, modelis
σφραγίδα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estigma, impressão, mácula, mancha, marca, nódoa, selo
σφραγίδα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ştampilă
σφραγίδα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: značka
σφραγίδα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ґатунок, горіти, запломбувати, зарубка, згоріти, клеймити, клеймо, марка, маркування, опечатати, опечатувати, опік, палити, печатка, печать, підпалити, підпалювати, пломба, пломбувати, сорт, спалити, спалювати, тавро, таврувати, тюлень
σφραγίδα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: piętno
σφραγίδα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σφραγίδα της χάγης, σφραγίδα apostille, σφραγίδα χάγης, σφραγίδα μηχανικού, σφραγίδα της χάγης θεσσαλονίκη, σφραγίδα για πρόσφορο, σφραγίδα αυτοκατασκευαζόμενη, σφραγίδα του σολομώντα, σφραγίδα στα αγγλικά, σφραγίδα apostille κεπ